Σε μια περίοδο όπου η τιμή του φυσικού αερίου TTF που είναι και η βάση υπολογισμού της τιμής για την ελληνική ηλεκτροπαραγωγή, έχει σχεδόν διπλασιαστεί από τις 27 Φεβρουαρίου όταν ξεκίνησε ο πόλεμος (σ.σ. έκλεισε στα 59,3 ευρώ/MWh την περασμένη Παρασκευή στο ολλανδικό hub TTF), η εγχώρια αγορά αποτυπώνει τις πιέσεις, επαναφέροντας στο προσκήνιο το ενδεχόμενο νέας ανόδου του ενεργειακού κόστους για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Το φυσικό αέριο στο μείγμα ηλεκτροπαραγωγής συμμετέχει με ποσοστό 45,58% και ακολουθούν οι ΑΠΕ με ποσοστό 37,39%. Η συμμετοχή των μεγάλων υδροηλεκτρικών μονάδων της ΔΕΗ έχει πέσει σε μάλλον φυσιολογικά επίπεδα, δηλαδή στο 6,62% ενώ ο λιγνίτης συμμετέχει στην ηλεκτροπαραγωγή μόνο κατά 4,13%. Η υψηλότερη τιμή του 24ωρου ανήλθε σε 281,69 ευρώ/MWh ξεπερνώντας κατά πολύ τα ανώτατα επίπεδα των πρόσφατων συνεδριάσεων, ενώ η κατώτατη τιμή διαμορφώθηκε στα 63,72 ευρώ/MWh.
Πάντως οι ηγέτες των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν δείχνουν να κινούνται με την απαιτούμενη ταχύτητα απέναντι στις νέες πιέσεις στις αγορές ενέργειας, καθώς ολοκληρώνοντας τη Σύνοδο Κορυφής της περασμένης εβδομάδας περιορίστηκαν σε γενικές κατευθύνσεις. Συγκεκριμένα, κάλεσαν την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να καταρτίσει μια «εργαλειοθήκη» προσωρινών μέτρων, μεταθέτοντας ουσιαστικά τις αποφάσεις για αργότερα, ενώ συμφώνησαν να επανεξετάσουν την κατάσταση στην επόμενη Σύνοδο του Ιουνίου.
Από την πλευρά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το βασικό σήμα ανησυχίας ήταν η επιστολή του Επιτρόπου Ενέργειας Νταν Γιόργκενσεν προς τις κυβερνήσεις των κρατών-μελών, με την οποία καλεί σε έγκαιρη και πιο σταδιακή αναπλήρωση των αποθεμάτων φυσικού αερίου, προκειμένου να περιοριστούν οι πιέσεις στις τιμές και να αποφευχθεί μια νέα έξαρση προς το τέλος του καλοκαιριού. Σήμερα, πάντως, τα επίπεδα αποθήκευσης παραμένουν χαμηλά, καθώς στις 20 Μαρτίου τα υπόγεια αποθέματα φυσικού αερίου στην Ευρώπη κάλυπταν μόλις το 28,5% της χωρητικότητας, ενώ η πληρότητα των τερματικών LNG διαμορφωνόταν στο 49,6%. Σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, η οποία δεν διαθέτει υπόγειες αποθήκες, η πληρότητα στη Ρεβυθούσα και στο FSRU της Αλεξανδρούπολης κινείται στο 70,3%. Παρά ταύτα, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν εμφανίζεται, σε αυτή τη φάση, διατεθειμένη να ανοίξει τον δρόμο για παρεμβάσεις χωρίς δημοσιονομικό κόστος για τα κράτη-μέλη. Είναι ενδεικτικό ότι η πρόσφατη Σύνοδος Κορυφής ολοκληρώθηκε χωρίς συγκεκριμένες και άμεσες αποφάσεις για τη στήριξη νοικοκυριών και επιχειρήσεων. Αντί δεσμευτικών μέτρων, οι «27» επέλεξαν να μεταθέσουν την ευθύνη στην Κομισιόν, ζητώντας την κατάθεση προτάσεων και πιθανών παρεμβάσεων το επόμενο διάστημα, με το θέμα να παραμένει ανοιχτό έως τη νέα αξιολόγηση τον Ιούνιο.






