Την ώρα που ο πλανήτης συγκλονίζεται από τις πολεμικές συγκρούσεις στην Ουκρανία και το Ιράν, η Γηραιά Ήπειρος εμφανίζεται τραγικά ανίκανη να συντονιστεί, αφήνοντας το πεδίο ελεύθερο στον Ντόναλντ Τραμπ να αλωνίζει, να απαξιώνει τους θεσμούς της και να την αντιμετωπίζει ως έναν ενοχλητικό εμπορικό αντίπαλο.
Η επιστροφή του Τραμπ στο προσκήνιο δεν έφερε την ειρήνη στην Ουκρανία, όπως ο ίδιος διατυμπάνιζε, αλλά αντίθετα κατέδειξε την ευρωπαϊκή εξάρτηση από τις διαθέσεις της Ουάσινγκτον, την ίδια στιγμή που οι τυχοδιωκτικοί χειρισμοί του στο μέτωπο του Ιράν, σε πλήρη ταύτιση με το Ισραήλ, ανοίγουν έναν νέο κύκλο αίματος και αβεβαιότητας που η Ευρώπη απλώς παρακολουθεί και μάλιστα με σκυμμένο το κεφάλι.
Το κόστος αυτής της ευρωπαϊκής ανικανότητας για συντονισμό δεν είναι πλέον μόνο διπλωματικό, αλλά βαθύτατα οικονομικό και κοινωνικό. Οι δύο πολεμικές εστίες έχουν προκαλέσει έναν πρωτοφανή κλυδωνισμό στην παγκόσμια οικονομία, με τον ενεργειακό τομέα να βρίσκεται σε διαρκή αναταραχή και τις τιμές του φυσικού αερίου και του πετρελαίου να στραγγαλίζουν τους προϋπολογισμούς των ευρωπαϊκών νοικοκυριών.
Η κρίση στις μεταφορές και η αποδιοργάνωση των εφοδιαστικών αλυσίδων έχουν οδηγήσει σε ένα κύμα ακρίβειας που μοιάζει ανεξέλεγκτο, υπενθυμίζοντας πως η γεωπολιτική αδράνεια πληρώνεται ακριβά στις αγορές.
Σε αυτό το τοπίο της αβεβαιότητας, η Ευρώπη εμφανίζεται διχασμένη, με την απογοήτευση από τους χειρισμούς του Τραμπ να ωθεί τις Βρυξέλλες σε μια όψιμη και ίσως απελπισμένη προσπάθεια αυτονομίας.
Η χθεσινή αποκάλυψη πως οι Ευρωπαίοι ηγέτες προετοιμάζονται πλέον για απευθείας συνομιλίες με τον Βλαντίμιρ Πούτιν αποτελεί μεν ηχηρή ομολογία, από πλευράς Ευρωπαίων, της αποτυχίας της αμερικανικής διαμεσολάβησης, αλλά για να έχει ουσία θα πρέπει να υλοποιηθεί.
Η δυσκολία βρίσκεται στο γεγονός ότι κανείς δεν μπορεί να προδικάσει ότι η προσπάθεια του προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Αντόνιο Κόστα να συντονίσει τους 27 εθνικούς ηγέτες ώστε να προσδιορίσουν μια αποτελεσματική στρατηγική διαλόγου με τη Ρωσία θα στεφθεί από επιτυχία.
Σε κάθε περίπτωση, πάντως, αποτελεί μια κίνηση επιβίωσης, μια προσπάθεια να πάρει η Ευρώπη την τύχη της στα χέρια της προτού ο Τραμπ την απαξιώσει πλήρως. Άλλωστε , αυτή η στροφή γίνεται υπό το βάρος μιας εξευτελιστικής ρητορικής από την πλευρά των ΗΠΑ, που αντιμετωπίζουν την ΕΕ περισσότερο ως εμπορικό αντίπαλο παρά ως στρατηγικό εταίρο.
Το χάσμα αυτό έγινε ολοφάνερο στη χθεσινή επικοινωνία της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν με τον Αμερικανό πρόεδρο. Ενώ η πρόεδρος της Κομισιόν επιχείρησε να βρει κοινό έδαφος στο φλέγον ζήτημα του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν, ο Τραμπ επέλεξε να χρησιμοποιήσει το Truth Social για να εκτοξεύσει απειλές και αιχμές.
Με την κυνική του ανάρτηση, όχι μόνο υπενθύμισε τη σκληρή στάση κατά της Τεχεράνης, αλλά επέστρεψε στις εμμονές του για τις εμπορικές συμφωνίες, κατηγορώντας την ΕΕ για αθέτηση δεσμεύσεων και θέτοντας ένα ταπεινωτικό τελεσίγραφο μέχρι 4η Ιουλίου, ημέρα εορτασμού των 250 χρόνων των ΗΠΑ. Η προειδοποίηση για αύξηση των δασμών σε περίπτωση που οι ευρωπαϊκοί δασμοί δεν μηδενιστούν, δείχνει πως για τον Λευκό Οίκο η Ευρώπη είναι ένας στόχος προς εκβιασμό.
Σε αυτό το εκρηκτικό σκηνικό, η Ευρώπη οφείλει να αποφασίσει αν θα συνεχίσει να δέχεται τα τελεσίγραφα του Τραμπ ως δεδομένα ή αν θα τολμήσει επιτέλους να χαράξει μια δική της, αυτόνομη στρατηγική.
Η επιλογή του Αντόνιο Κόστα να ανοίξει κανάλι επικοινωνίας με τη Μόσχα είναι ίσως το πρώτο δείγμα συνειδητοποίησης ότι η αμερικανική προστασία έχει μετατραπεί σε βρόχο.
Αν το ευρωπαϊκό οικοδόμημα δεν καταφέρει να υπερβεί τις εσωτερικές του αντιφάσεις και να απαντήσει με μια φωνή στις απειλές για δασμούς και στην ενεργειακή ασφυξία, κινδυνεύει να μετατραπεί σε έναν ιστορικό αναχρονισμό.
Η ώρα της γεωπολιτικής ενηλικίωσης της Ευρώπης δεν είναι πια μια επιλογή, αλλά μια επιτακτική ανάγκη επιβίωσης απέναντι σε έναν κόσμο που δεν τη σέβεται πια, επειδή η ίδια έπαψε να σέβεται τον εαυτό της.






