Η δημοσκόπηση της ALCO που είδε χθες το φως της δημοσιότητας, είναι ακριβώς μια τέτοια στιγμή. Και το μήνυμα που εκπέμπει είναι σαφές. Η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη δεν φθείρεται πλέον με αργό και ελεγχόμενο τρόπο. Κατρακυλά.
Το 22,8% που καταγράφει η Νέα Δημοκρατία στη δημοσκόπηση δεν είναι απλώς μια κακή επίδοση. Είναι ιστορικό χαμηλό των τελευταίων ετών, ένα ποσοστό που αποτυπώνει με τον πιο εμφατικό τρόπο ότι η πολιτική ηγεμονία που οικοδομήθηκε μετά το 2019 έχει αρχίσει να καταρρέει με ταχύτερους ρυθμούς από όσους υπολόγιζε το Μέγαρο Μαξίμου. Και αυτή τη φορά δεν πρόκειται για μια συγκυριακή φθορά που θα μπορούσε να αποδοθεί σε μια δύσκολη επικαιρότητα. Πρόκειται για βαθιά κρίση εμπιστοσύνης.
Για μήνες η κυβέρνηση επιχειρούσε να αποδώσει τη δυσαρέσκεια των πολιτών αποκλειστικά μέσα από το πρίσμα της ακρίβειας, την όποια μάλιστα βάφτιζε και εισαγόμενη αποποιούμενη τις δικές της ευθύνες. Ήταν μια βολική ανάγνωση. Οι διεθνείς κρίσεις, ο πληθωρισμός, η ενεργειακή αναταραχή. Μόνο που η κοινωνία φαίνεται πως έχει προχωρήσει πολύ πιο πέρα από αυτή τη μονοδιάστατη και βολική εξήγηση.
Σήμερα οι πολίτες δείχνουν ότι δεν αγανακτούν μόνο επειδή δυσκολεύονται να βγάλουν τον μήνα. Αγανακτούν γιατί θεωρούν ότι το κράτος λειτουργεί με δύο μέτρα και δύο σταθμά. Γιατί βλέπουν θεσμούς να απαξιώνονται. Γιατί αισθάνονται ότι η διαφάνεια αποτελεί ζητούμενο και όχι αυτονόητο χαρακτηριστικό μιας ευρωπαϊκής δημοκρατίας.
Το εύρημα ότι πάνω από επτά στους δέκα πολίτες (72%) θεωρούν πως στην Ελλάδα δεν υπάρχει κράτος δικαίου είναι πολιτικά εκκωφαντικό. Δεν πρόκειται για μια επιμέρους διαφωνία με τις κυβερνητικές επιλογές. Πρόκειται για συνολική αμφισβήτηση του τρόπου με τον οποίο ασκείται η εξουσία. Όταν μόλις ένας στους τέσσερις (24%) πιστεύει ότι η χώρα λειτουργεί θεσμικά όπως θα έπρεπε, τότε το πρόβλημα ξεπερνά κατά πολύ τη διαχείριση της καθημερινότητας.
Ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι το γεγονός ότι για σχεδόν τους μισούς πολίτες (48%) οι θεσμοί και η διαφάνεια αποτελούν πλέον βασικό κριτήριο ψήφου, αφήνοντας δεύτερη την οικονομία με 40%. Πρόκειται για μια θεμελιώδη πολιτική μετατόπιση. Οι πολίτες δεν ζητούν μόνο καλύτερους μισθούς και χαμηλότερες τιμές. Ζητούν δικαιοσύνη. Ζητούν κανόνες. Ζητούν ένα κράτος που να λειτουργεί για όλους και όχι για λίγους. Ζητούν εν πολλοίς Δημοκρατία.
Είναι αριθμοί που αποδομούν πλήρως το αφήγημα περί «κανονικότητας» που επιχείρησε να οικοδομήσει η κυβέρνηση. Οι πολίτες πλέον φαίνεται πως αντιλαμβάνονται διαφορετικά την πραγματικότητα από αυτή που επιχειρεί να παρουσιάσει το Μαξίμου.
Και ίσως το πιο ανησυχητικό στοιχείο για το κυβερνών κόμμα είναι πως έξι στους δέκα πολίτες (61%) δηλώνουν πως επιλέγου ψήφο διαμαρτυρίας. Πρόκειται για ένα τεράστιο κοινωνικό ρεύμα αποδοκιμασίας, το οποίο σύντονα θα βρει σταθερή πολιτική έκφραση και θα αναδιατάξει πλήρως το πολιτικό σκηνικό.
Η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη δεν βρίσκεται απλώς μπροστά σε μια περίοδο φθοράς. Βρίσκεται απέναντι σε μια συσσωρευμένη κοινωνική δυσπιστία που αγγίζει τον πυρήνα της δημοκρατικής λειτουργίας της χώρας.
Όταν οι πολίτες αμφισβητούν την οικονομική πολιτική, μια κυβέρνηση μπορεί να υποσχεθεί διορθώσεις. Όταν όμως αμφισβητούν την ίδια τη θεσμική της αξιοπιστία, τότε το πρόβλημα είναι πολύ βαθύτερο.
Ο κόμπος, πράγματι, έφτασε στο χτένι.




