Γιάννης Τριήρης: Αν το 80% των προγραμμάτων τους είναι ίδιο, γιατί Τσίπρας και ΠΑΣΟΚ πρέπει να είναι εχθροί;

Γιάννης Τριήρης: Αν το 80% των προγραμμάτων τους είναι ίδιο, γιατί Τσίπρας και ΠΑΣΟΚ πρέπει να είναι εχθροί;
Παρασκευή, 04/09/2026 - 08:09

Υπάρχει κάτι βαθιά παράδοξο στην αντίδραση του ΠΑΣΟΚ απέναντι στην παρουσίαση του οικονομικού προγράμματος της ΕΛ.Α.Σ. από τον Αλέξη Τσίπρα στη Θεσσαλονίκη.

Η Χαριλάου Τρικούπη καταγγέλλει ότι ο Τσίπρας έκανε «copy paste» το 80% του προγράμματός της. Ότι μίλησε για «νέα ευρωπαϊκή σύγκλιση», όπως είχε κάνει ο Νίκος Ανδρουλάκης στην περυσινή ΔΕΘ. Ότι πήρε ακόμη και την ιδέα του Ταμείου Εθνικού Πλούτου και την παρουσίασε ως «Ταμείο Εθνικής Σύγκλισης».

Ας αφήσουμε, λοιπόν, για λίγο στην άκρη το ποιος είχε πρώτος κάθε ιδέα. Ας δεχθούμε, για χάρη της συζήτησης, ότι το ΠΑΣΟΚ έχει δίκιο και ότι το 80% του προγράμματος της ΕΛ.Α.Σ. μοιάζει με τις δικές του προτάσεις.

Το ερώτημα είναι απλό: και λοιπόν;

Αν δύο αυτές προοδευτικές πολιτικές δυνάμεις συμφωνούν στο 80% των προγραμματικών τους θέσεων, αυτό δεν είναι λόγος πολέμου. Είναι, κανονικά, η βάση για διάλογο, συνεννόηση και πιθανή συνεργασία.

Εκτός αν το ζητούμενο δεν είναι η αλλαγή πολιτικής αλλά η κατοχύρωση μιας κομματικής ιδιοκτησίας πάνω στις ίδιες ιδέες.

Γιατί αν η σύγκλιση σε ζητήματα φορολογίας, κοινωνικής πολιτικής, ανάπτυξης, ευρωπαϊκής σύγκλισης, επενδύσεων και αναδιανομής θεωρείται «κλοπή», τότε τι ακριβώς σημαίνει προοδευτική πολιτική; Να έχει κάθε κόμμα τη δική του αποκλειστική πατέντα και να θεωρεί εχθρό όποιον προτείνει παρόμοιες λύσεις;

Το πρόβλημα για το ΠΑΣΟΚ, όμως, είναι ότι η πολιτική πραγματικότητα έχει αρχίσει να γίνεται πολύ πιο σκληρή από την κομματική ρητορική.

Εδώ και μήνες, η εικόνα που προκύπτει από τις δημοσκοπήσεις διαφορετικών εταιρειών είναι σχεδόν πανομοιότυπη: η Νέα Δημοκρατία παραμένει πρώτη, η ΕΛ.Α.Σ. του Αλέξη Τσίπρα εμφανίζεται στη δεύτερη θέση και το ΠΑΣΟΚ στην τρίτη. Οι επιμέρους διαφορές στα ποσοστά δεν αλλάζουν τη βασική τάση.

Αυτό δεν είναι μια ασήμαντη δημοσκοπική λεπτομέρεια. Είναι το πολιτικό πρόβλημα που βρίσκεται πλέον μπροστά στη Χαριλάου Τρικούπη.

Ένα κόμμα που διεκδικούσε την πρωτοκαθεδρία στον χώρο της αντιπολίτευσης, αλλά και μια ενδεχόμενη εκλογική νίκη, βλέπει έναν νέο πολιτικό σχηματισμό να το προσπερνά και, αντί να αναζητήσει τα σημεία στα οποία μπορεί να υπάρξει συνεννόηση, επιλέγει να τον αντιμετωπίζει ως πολιτικό εχθρό.

Μόνο που έτσι δεν ανατρέπεται ο Μητσοτάκης.

Η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να είναι η πρώτη πολιτική δύναμη και αξιοποιεί, μεταξύ άλλων, τον κατακερματισμό των πολιτικών της αντιπάλων. Όσο οι δυνάμεις που θέλουν την πολιτική αλλαγή τσακώνονται για το ποιος είχε πρώτος την ιδέα, ποιος έχει το αυθεντικότερο πρόγραμμα και ποιος δικαιούται να εκφράζει τον προοδευτικό χώρο, τόσο το κυβερνητικό κόμμα παραμένει πρώτο.

Το «διαίρει και βασίλευε» δεν χρειάζεται πλέον ιδιαίτερη προσπάθεια. Το κάνουν μόνοι τους.

Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη αντίφαση.

Το ΠΑΣΟΚ κατηγορεί την ΕΛ.Α.Σ. ότι αντιγράφει τις προτάσεις του. Η ΕΛ.Α.Σ. υποστηρίζει ότι διαθέτει διαφορετικό σχέδιο για την οικονομία και την κοινωνία. Ωραία. Ας συγκριθούν τα δύο προγράμματα. Ας γίνει δημόσιος διάλογος. Ας αποδειχθεί ποιος έχει καλύτερη κοστολόγηση, ποιος έχει πιο ρεαλιστικές προτάσεις και ποιος μπορεί να εφαρμόσει όσα υπόσχεται.

Αλλά από εκεί μέχρι το «είμαστε εχθροί» υπάρχει τεράστια απόσταση.

Άλλωστε, αν πράγματι το 80% είναι κοινό, τότε υπάρχει ένα τεράστιο πεδίο πιθανής προγραμματικής συνεργασίας.

Και αυτή ακριβώς είναι η συζήτηση που αποφεύγουν σχεδόν όλοι.

Γιατί η πραγματική ερώτηση δεν είναι ποιος θα πάρει τη θέση του δεύτερου κόμματος. Είναι τι θα γίνει την επόμενη ημέρα, εάν οι συσχετισμοί επιτρέψουν πολιτική αλλαγή.

Θα συνεχίσουν οι δημοκρατικές και προοδευτικές δυνάμεις να αντιμετωπίζουν η μία την άλλη ως υπαρξιακό εχθρό; Θα συνεχίσουν να μετρούν ποιος πήρε δύο μονάδες από ποιον; Ή θα μπορέσουν κάποτε να συμφωνήσουν ότι η ανατροπή μιας κυβέρνησης που παραμένει πρώτη πολιτική δύναμη απαιτεί κάτι τελείως διαφορετικό από τον κατακερματισμό των αντιπάλων της;

Γιατί όσο κι αν ενοχλεί, η αριθμητική της κάλπης είναι αμείλικτη.

Καμία από τις δυνάμεις της αντιπολίτευσης, μόνη της, δεν φαίνεται σήμερα να μπορεί να απειλήσει πραγματικά την πρωτοκαθεδρία της Νέας Δημοκρατίας. Αντίθετα, το άθροισμα των κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων που βρίσκονται απέναντί της είναι πολύ μεγαλύτερο από τα εκλογικά ποσοστά του κάθε κόμματος ξεχωριστά.

Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν το ΠΑΣΟΚ θα γίνει δεύτερο ή αν η ΕΛ.Α.Σ. θα παραμείνει δεύτερη. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν θα συνεχίσουν να ανταγωνίζονται για το ποιος θα ηγεμονεύσει πάνω στα συντρίμμια μιας κατακερματισμένης αντιπολίτευσης ή αν θα αντιληφθούν ότι η πολιτική αλλαγή απαιτεί συνεννόηση.

Και εδώ το ΠΑΣΟΚ έχει μια δύσκολη επιλογή.

Μπορεί να συνεχίσει να καταγγέλλει τον Τσίπρα επειδή «αντέγραψε» τις προτάσεις του. Μπορεί να συνεχίσει να αντιμετωπίζει την ΕΛ.Α.Σ. ως τον βασικό του αντίπαλο. Μπορεί να επενδύσει στην ιδέα ότι η πολιτική του επιβίωση περνάει μέσα από την αποδυνάμωση του όμορου κόμματος.

Ή μπορεί να κάνει κάτι πολύ πιο δύσκολο αλλά και πολύ πιο χρήσιμο για την κοινωνία: να αναγνωρίσει ότι οι προγραμματικές συγκλίσεις δεν αποτελούν απειλή αλλά πιθανή βάση μιας μεγάλης δημοκρατικής συνεννόησης.

Γιατί τελικά υπάρχει μια απλή πολιτική αλήθεια.

Αν δύο κόμματα συμφωνούν στο 80% του προγράμματός τους, δεν είναι λογικό να συμπεριφέρονται σαν εχθροί.

Είναι τουλάχιστον λογικό να συζητήσουν αν μπορούν να γίνουν σύμμαχοι.

Και αν ο στόχος είναι πραγματικά η πολιτική αλλαγή, αυτή η συζήτηση δεν μπορεί να περιμένει μέχρι την επομένη των εκλογών. Γιατί τότε μπορεί να είναι ήδη αργά.

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη γνωρίζει πολύ καλά ότι ο κατακερματισμός των αντιπάλων της είναι πολιτικό πλεονέκτημα. Το ερώτημα είναι αν τα κόμματα που θέλουν να την ανατρέψουν θα συνεχίσουν να της προσφέρουν αυτό το πλεονέκτημα στο πιάτο.

Το «διαίρει και βασίλευε» είναι παλιά πολιτική συνταγή.

Το αν θα συνεχίσει να λειτουργεί, όμως, εξαρτάται και από αυτούς που εξακολουθούν να αρνούνται να καθίσουν στο ίδιο τραπέζι.