Θα μπορούσε να είναι μια τυπική ευρωπαϊκή συνάντηση, αν η ελληνική πραγματικότητα δεν αποκάλυπτε τον κυνισμό αυτών των διακηρύξεων.
Είναι προκλητικό να εμφανίζεται ως προστάτης της ελεύθερης ενημέρωσης μια κυβέρνηση που ταύτισε τις ημέρες της με την πιο σκοτεινή απόπειρα ελέγχου των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης μέσω της περιβόητης «λίστας Πέτσα».
Εκείνη η περίοδος δεν ήταν απλά ένα επικοινωνιακό ατόπημα, αλλά μια συνειδητή εργαλειοποίηση του δημόσιου χρήματος με στόχο την εξαγορά της σιωπής, την επιβράβευση της υπακοής και την ανταμοιβή της φανατικής υποστήριξης.
Όταν το Μαξίμου αποφάσιζε να χρηματοδοτεί μόνο όσες ιστοσελίδες την εξυμνούσαν και να στραγγαλίζει οικονομικά όσους ασκούσαν κριτική, δεν προστάτευε τη δημοκρατία από την παραπληροφόρηση, αλλά την ίδια την κυβέρνηση από την αλήθεια.
Αυτή η νοοτροπία ιδιοκτησίας του κράτους κορυφώθηκε με το σκάνδαλο των υποκλοπών. Η παρακολούθηση δημοσιογράφων από την ΕΥΠ υπό την άμεση εποπτεία του πρωθυπουργικού γραφείου δεν επιδέχεται δικαιολογίες περί «αστοχιών» και αποτελεί θεσμική εκτροπή που εκθέτει τη χώρα διεθνώς και αποδεικνύει μια αυταρχική αντίληψη για τη λειτουργία των θεσμών.
Παράλληλα, η ανοχή, αν όχι η ενθάρρυνση, στις εξοντωτικές αγωγές SLAPPs κατά ερευνητών δημοσιογράφων συμπληρώνει το σκηνικό του εκφοβισμού. Η στρατηγική είναι σαφής. Η αλήθεια πρέπει να γίνει οικονομικά ασύμφορη και επαγγελματικά επικίνδυνη.
Οι εξευτελιστικές επιδόσεις της Ελλάδας στις διεθνείς εκθέσεις για την ελευθερία του Τύπου δεν είναι «προπαγάνδα των ξένων», όπως αρέσκεται να ισχυρίζεται το κυβερνητικό επιτελείο, αλλά το τίμημα μιας πολιτικής που προτιμά τη χειραγώγηση από τη λογοδοσία.
Η ειρωνεία της συνάντησης του Πρωθυπουργού με τον Ευρωπαίο Επίτροπο είναι παραπάνω από προφανής. Η κυβέρνηση υποκρίνεται ότι ανησυχεί για τις «εξωτερικές απειλές» κατά των θεσμών, την ίδια στιγμή που οι μεγαλύτερες πληγές στο σώμα της ελληνικής δημοκρατίας ανοίγονται από το ίδιο το εσωτερικό της.
Η δημοκρατία δεν απειλείται μόνο από ξένα κέντρα ή fake news, αλλά πρωτίστως από μια εξουσία που λειτουργεί με δύο μέτρα και δύο σταθμά, που συγκαλύπτει αντί να αποκαλύπτει και που θεωρεί την κριτική εχθρική ενέργεια.
Η θωράκιση του κράτους δικαίου δεν υπηρετείται με κενές περιεχομένου δηλώσεις και όσο κι αν το Μαξίμου επιμένει να επενδύει στην διαστρέβλωση της πραγματικότητας, από τη συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών έχει τοποθετηθεί στη θέση του «ελεγχόμενου».





