Οι ξένοι διπλωμάτες μίλησαν για τον ρόλο της πόλης ως γέφυρας ανάμεσα στα Βαλκάνια, την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ανατολική Μεσόγειο, επισημαίνοντας τη στρατηγική σημασία της σε ζητήματα οικονομίας, ενέργειας, μεταφορών, πολιτισμού και εκπαίδευσης. Κοινή διαπίστωση όλων ήταν ότι η Θεσσαλονίκη «δεν αποτελεί, πλέον, απλώς μια περιφερειακή πόλη», αλλά ένα κέντρο με «αυξανόμενο διεθνή ρόλο, ισχυρή πανεπιστημιακή και πολιτιστική παρουσία και σημαντικές δυνατότητες ανάπτυξης». Οι ομιλητές στάθηκαν και στην ανθρώπινη διάσταση της διπλωματίας, στη σημασία της συνεργασίας των λαών και στην ανάγκη οι νέες γενιές να επενδύσουν στη γνώση, στις διεθνείς σχέσεις και στην αμοιβαία κατανόηση.
Η Γενική Πρόξενος της Ρουμανίας στη Θεσσαλονίκη και πρώην Επίτροπος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Κορίνα Κρέτσου περιέγραψε τη Θεσσαλονίκη, ως μια πόλη που αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη σημασία στην ευρύτερη περιοχή. «Η Θεσσαλονίκη γίνεται όλο και πιο σημαντική και αισθάνομαι ευτυχής που βρίσκομαι εδώ σε αυτή τη φάση μετασχηματισμού της πόλης», σημείωσε χαρακτηριστικά, αναφερόμενη στις νέες γεωπολιτικές και ενεργειακές εξελίξεις στην περιοχή και στη σημασία της πόλης για την ευρύτερη περιοχή.
Στάθηκε ιδιαίτερα στον ρόλο της Θεσσαλονίκης ως διαμετακομιστικού και ενεργειακού κόμβου, υπογραμμίζοντας τη σημασία των νέων υποδομών και των ευρωπαϊκών διασυνδέσεων. «Ο κάθετος διάδρομος φυσικού αερίου είναι πολύ σημαντικός, όπως και οι πρωτοβουλίες για νέους οδικούς και σιδηροδρομικούς άξονες», ανέφερε η Ρουμάνα διπλωμάτης.
Μίλησε, επίσης, για τη δική της διαδρομή -από τη δημοσιογραφία έως την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στέλνοντας μήνυμα προς τους νέους να ακολουθούν τα όνειρά τους. «Το σύνθημά μου ήταν πάντα "follow your dreams". Μην φοβάστε να βγείτε από τη ζώνη άνεσής σας», τόνισε, ενώ αναφέρθηκε και στην ευρωπαϊκή αλληλεγγύη, λέγοντας πως «η Ευρώπη παραμένει μια οικογένεια, που πρέπει να μένει ενωμένη».
Ο Γενικός Πρόξενος της Γαλλίας και διευθυντής του Γαλλικού Ινστιτούτου Θεσσαλονίκης, Ζαν - Λυκ Λαβό, μίλησε με ιδιαίτερα θερμά λόγια για την πόλη και την περιοχή της Βόρειας Ελλάδας. «Η ιστορία της πόλης είναι βαθιά και πολυεπίπεδη. Η Θεσσαλονίκη βρίσκεται κοντά στα Βαλκάνια και την Τουρκία και αποτελεί ένα μοναδικό σταυροδρόμι πολιτισμών», σημείωσε.
Ο Γάλλος διπλωμάτης έδωσε έμφαση στις μεγάλες οικονομικές και αναπτυξιακές προκλήσεις της περιοχής, ιδιαίτερα στους τομείς των μεταφορών και της συνδεσιμότητας, ενώ υπογράμμισε και τη σημασία της πολιτιστικής διπλωματίας. «Η Γαλλία έχει μια πολύ ισχυρή παράδοση πολιτιστικής διπλωματίας και εργαζόμαστε έντονα στους τομείς του πολιτισμού, της επιστήμης και της πανεπιστημιακής συνεργασίας», υπογράμμισε.
Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα ήταν η προσωπική του αναφορά στη σχέση των κατοίκων, αλλά και των Γάλλων υπηκόων που ζουν στη Θεσσαλονίκη, με την πόλη. «Οι άνθρωποι εδώ αγαπούν πραγματικά τη Θεσσαλονίκη. Ακόμη κι όταν φύγουν, θέλουν πάντα να επιστρέψουν. Η Ελλάδα παραμένει στο μυαλό και στην καρδιά τους», είπε χαρακτηριστικά.
Ο αναπληρωτής επικεφαλής Αποστολής και Πρόξενος της Γερμανίας στη Θεσσαλονίκη, Μαρκ Στρόμενγκερ, παρουσίασε τη δική του εμπειρία από τη ζωή στην πόλη, όπου ζει με την οικογένειά του τα τελευταία δυόμισι χρόνια.
Ο Γερμανός διπλωμάτης χαρακτήρισε τη Θεσσαλονίκη ως πόλη με τεράστιες δυνατότητες ανάπτυξης και καινοτομίας. «Είναι μια πόλη που έχει πολλά να προσφέρει στον πολιτισμό, στην εκπαίδευση και στην οικονομία», υπογράμμισε, ενώ αναφέρθηκε στη συνεργασία των γερμανικών φορέων που δραστηριοποιούνται στην πόλη, όπως το Γερμανικό Ινστιτούτο και το Ελληνογερμανικό Εμπορικό Επιμελητήριο.
Παράλληλα, στάθηκε στη στρατηγική γεωγραφική θέση της Θεσσαλονίκης: «Η πόλη βρίσκεται σε ιδανικό σημείο, κοντά στη Βόρεια Μακεδονία, την Αλβανία και τη Βουλγαρία. Υπάρχουν ήδη πολλές συνεργασίες στην περιοχή και πιστεύω ότι αυτή η δυναμική θα ενισχυθεί ακόμη περισσότερο».
Ο ίδιος εμφανίστηκε ιδιαίτερα αισιόδοξος για το μέλλον της πόλης. «Η Θεσσαλονίκη είναι μια πόλη που αναπτύσσεται. Με τα μεγάλα πανεπιστήμια, τις νέες επενδύσεις και την καινοτομία, θεωρώ ότι έχει ένα πολύ καλό μέλλον μπροστά της», δήλωσε, ενώ εστίασε ταυτόχρονα και στη φιλοξενία της πόλης και τη ζεστασιά των ανθρώπων της, λέγοντας: «Η ζωή εδώ είναι όμορφη. Ο καιρός είναι εξαιρετικός, έχουμε κάνει πολύ καλούς φίλους και γνωρίζουμε συνεχώς ενδιαφέροντες ανθρώπους».
Η Γενική Πρόξενος της Αλβανίας, Ερίντα Ντομπρούσι, ανέδειξε την ανθρώπινη πλευρά της διπλωματίας και τη σημασία της συνύπαρξης των λαών. «Το πρώτο πράγμα που κατάλαβα όταν μπήκα στη διπλωματική υπηρεσία ήταν ότι πρέπει να ακούς περισσότερο και να μιλάς λιγότερο», ανέφερε χαρακτηριστικά, τονίζοντας ότι η Θεσσαλονίκη αποτελεί μια πόλη που προσφέρει πολύτιμα μαθήματα ιστορίας και συνύπαρξης. «Η Θεσσαλονίκη προσφέρει δύο πολύ σημαντικά στοιχεία για έναν διπλωμάτη: την επιβίωση και τη συνύπαρξη διαφορετικών ανθρώπων και πολιτισμών», είπε.
Παράλληλα, μίλησε για τις σύγχρονες προκλήσεις της διπλωματίας, από τις γεωπολιτικές κρίσεις μέχρι την τεχνητή νοημοσύνη και τις μεταναστευτικές ροές. «Σήμερα βλέπουμε περισσότερες κρίσεις παρά προσπάθειες επίλυσης κρίσεων. Γι' αυτό η οικοδόμηση εμπιστοσύνης και η κατανόηση της κουλτούρας του άλλου είναι πιο σημαντικές από ποτέ», υπογράμμισε.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε και στη νέα γενιά, καλώντας τους φοιτητές να αξιοποιήσουν τις δυνατότητες που έχουν σήμερα. «Οι δεξιότητες που αποκτάτε ως νέοι άνθρωποι είναι η μεγαλύτερη επένδυση για το μέλλον σας», σημείωσε.
Ο Γενικός Πρόξενος της Βουλγαρίας, Αντον Μάρκοφ, επικεντρώθηκε κυρίως στον γεωπολιτικό και ενεργειακό ρόλο της Βόρειας Ελλάδας και της Θεσσαλονίκης. «Πολλά σημαντικά ενεργειακά και διασυνδετικά έργα βρίσκονται στη Βόρεια Ελλάδα. Οι αγωγοί φυσικού αερίου και οι νέοι διάδρομοι μεταφορών καθιστούν την περιοχή εξαιρετικά σημαντική για τη διπλωματία», ανέφερε και χαρακτήρισε άριστη τη συνεργασία των αρχών της πόλης, με τους φορείς της πατρίδας του, που δραστηριοποιούνται στην περιοχή της και στις δύο χώρες.
Ο Βούλγαρος διπλωμάτης μίλησε, επίσης, για την προσωπική του εμπειρία στη διαχείριση κρίσεων, καθώς στο παρελθόν είχε αναλάβει τη διαχείριση κρίσεων του βουλγαρικού υπουργείου Εξωτερικών κατά την πανδημία, την αποχώρηση από το Αφγανιστάν και τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Τη συζήτηση σχολίασαν ο πρέσβης επί τιμή, Θεόδωρος Θεοδώρου και ο αναπληρωτής καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων στο Anatolia American University και Εκτελεστικός Διευθυντής του Dukakis Center, Δρ Χρήστος Αληπράντης.
Ο κ. Θεοδώρου υπογράμμισε ότι οι τοποθετήσεις των προξένων ανέδειξαν τη μεγάλη σημασία που αποδίδουν οι ξένες χώρες στη Θεσσαλονίκη και στην Ελλάδα. «Οι γειτονικές χώρες δίνουν ιδιαίτερη σημασία στη χώρα μας, όχι μόνο για την ιστορική και πολιτισμική της αξία, αλλά και για τη μακρά εμπειρία της στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ», ανέφερε.
Από την πλευρά του, ο κ. Αληπράντης σημείωσε ότι στόχος της εκδήλωσης ήταν να φέρει τη διπλωματία πιο κοντά στη νέα γενιά και στην κοινωνία, λέγοντας: «Η διπλωματία δεν εξαρτάται μόνο από τις πρωτεύουσες, αλλά και από περιφερειακές πόλεις, όπως η Θεσσαλονίκη, που αποκτούν ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία».
Από τις τοποθετήσεις όλων των συμμετεχόντων, αναδείχθηκε ότι η Θεσσαλονίκη εξελίσσεται σε μια πόλη με ολοένα μεγαλύτερη διεθνή βαρύτητα, με ισχυρό αποτύπωμα στα Βαλκάνια και με προοπτικές να διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο στις πολιτικές, οικονομικές και πολιτιστικές εξελίξεις της ευρύτερης περιοχής.
