Γιάννης Τριήρης: Το τραπεζικό «πάρτι» των δισ. και τα «ψιλά γράμματα» του πρωθυπουργού

Γιάννης Τριήρης: Το τραπεζικό «πάρτι» των δισ. και τα «ψιλά γράμματα» του πρωθυπουργού
Δευτέρα, 04/05/2026 - 08:12

Στη καθιερωμένη Κυριακάτικη ανάρτηση του στο facebook, ο Κυριάκος Μητσοτάκης, χθες, επιχείρησε να παρουσιάσει μια εξωραϊσμένη εικόνα για τη σχέση κράτους, τραπεζών και πολιτών, βαφτίζοντας «προστασία του καταναλωτή» ορισμένες δευτερεύουσες ρυθμίσεις για τα καταναλωτικά δάνεια.

Ωστόσο, αυτή η προσπάθεια να εμφανιστεί η κυβέρνηση ως εγγυητής της διαφάνειας απέναντι στα «ψιλά γράμματα» καταρρέει κάτω από το βάρος της πραγματικότητας που βιώνει καθημερινά η κοινωνία.

Ενώ το πρωθυπουργός πανηγυρίζει για πλαφόν στις επιβαρύνσεις δανείων χωρίς εξασφαλίσεις μέχρι 100.000 ευρώ, οι αριθμοί των τραπεζικών ισολογισμών για το 2025 αποκαλύπτουν μια προκλητική κερδοφορία που στηρίζεται στην αφαίμαξη των νοικοκυριών και των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.

Ενώ ο κ. Μητσοτάκης εστιάζει στα όρια των προσαυξήσεων, οι τέσσερις συστημικές τράπεζες ανακοίνωσαν κέρδη για την περσινή χρονιά πάνω από 4,5 δισεκατομμύρια ευρώ, που προκαλούν το κοινό αίσθημα, τα οποία προέρχονται σε μεγάλο βαθμό από τη σκανδαλώδη διατήρηση της ψαλίδας μεταξύ επιτοκίων καταθέσεων και δανεισμού, αλλά και τις υπερχρεώσεις στις συναλλαγές.

«Όπως είχαμε δεσμευτεί μπαίνει τέλος στα «ψιλά γράμματα», αλλά και σε παράτυπες πρακτικές. Πλέον, ορίζεται ανώτατο ύψος που μπορεί να φτάσει ένα καταναλωτικό δάνειο όταν το ξεχρεώνεις και θα είναι μεταξύ 30%-50% πάνω από το κεφάλαιο το οποίο δανείστηκε ο συναλλασσόμενος με την τράπεζα, όπως ισχύει κατά μέσο όρο στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Ακόμη, δίνεται η δυνατότητα να αναιρεθεί ένα δάνειο μέσα σε 14 ημέρες από τη στιγμή που θα συναφθεί. Είναι ρυθμίσεις που θεωρώ ότι δημιουργούν ένα πιο ξεκάθαρο και δίκαιο πλαίσιο για όλους» ανέφερε ο πρωθυπουργός στην ανάρτηση του.

Μάλλον αργά το είδε το πρόβλημα ο Κυριάκος Μητσοτάκης που βρίσκεται επτά συναπτά έτη στην πρωθυπουργία.

Και το βασικότερο, όσο εστιάζει μόνο σε τέτοιου και μέτρα, όπως η δυνατότητα ακύρωσης εντός 14 ημερών ενός δανείου, οι τράπεζες προχωρούν σε μια άνευ προηγουμένου μεταφορά πλούτου προς τους μετόχους τους, στην πλειονότητά τους funds, διανέμοντας μερίσματα που ξεπερνούν το ένα δισεκατομμύριο ευρώ. Αυτή η «απόδραση» κεφαλαίων από τη χώρα συμβαίνει την ίδια στιγμή που η πραγματική οικονομία ασφυκτιά από την έλλειψη ρευστότητας και οι πόρτες των τραπεζών παραμένουν ερμητικά κλειστές για τον μικρό δανειολήπτη.

Ακόμη πιο εξοργιστικό είναι το γεγονός ότι η κυβερνητική παρέμβαση αγνοεί το νέο «κυνήγι θησαυρού» των τραπεζών, τις υπέρογκες προμήθειες για κάθε είδους συναλλαγή, εκτοξεύοντας τα σχετικά έσοδα κατά περίπου 25%. Ο πολίτης καλείται πλέον να πληρώνει για να αυτοεξυπηρετείται μέσω ψηφιακών εφαρμογών, την ώρα που οι τράπεζες μειώνουν το λειτουργικό τους κόστος κλείνοντας υποκαταστήματα. Αυτή η στρατηγική μετατρέπει τον καταθέτη σε μόνιμη πηγή εσόδων, χωρίς καμία ουσιαστική ανταποδοτικότητα.

Το πρόβλημα λοιπόν δεν είναι μόνο τα «ψιλά γράμματα» που υπόσχεται να διορθώσει ο πρωθυπουργός, αλλά η δομική λειτουργία ενός συστήματος που θυμίζει καρτέλ.

Παράλληλα, πίσω από τη βιτρίνα της ισχυρής κερδοφορίας των τραπεζών που πολυδιαφημίζεται, κρύβεται ο σκελετός της αναβαλλόμενης φορολογίας. Σχεδόν τα μισά εποπτικά κεφάλαια των τραπεζών είναι λογιστικά τεχνάσματα και όχι πραγματικό χρήμα. Αυτή η εύθραυστη ισορροπία, σε συνδυασμό με την επιθετική διανομή μερισμάτων, δείχνει μια στρατηγική «αρπαχτής» υπέρ των μετόχων και εις βάρος της μελλοντικής θωράκισης της οικονομίας.

Οι δηλώσεις για «ξεκάθαρο και δίκαιο πλαίσιο» ηχούν κενές περιεχομένου όσο η κυβέρνηση αρνείται να αγγίξει τον πυρήνα της τραπεζικής αυθαιρεσίας. Όσο ο δανεισμός παραμένει προνόμιο των λίγων και οι χρεώσεις στις καθημερινές συναλλαγές αποτελούν τη νέα «χρυσή φλέβα» των τραπεζιτών, καμία ανάρτηση στο Facebook δεν μπορεί να κρύψει το χάσμα που χωρίζει την κοινωνία από τα τραπεζικά μεγαθήρια, που λειτουργούν αποκλειστικά για την ευημερία των αριθμών και των μετόχων του, εις βάρος της εθνικής οικονομικής σταθερότητας και της κοινωνίας. Η εμπιστοσύνη δεν αποκαθίσταται με ημίμετρα, αλλά με πραγματικό ανταγωνισμό και ουσιαστικό έλεγχο της ασυδοσίας.