Τι τελευταίες ημέρες, το Μέγαρο Μαξίμου επιχείρησε να μεταφέρει τη συζήτηση στη συνταγματική αναθεώρηση, στο άρθρο 16, στην αξιολόγηση στο Δημόσιο και σε έναν νέο κύκλο θεσμικών εξαγγελιών που παρουσιάζονται ως «μεταρρυθμιστική επανάσταση».
Την ίδια ακριβώς στιγμή όμως, η πραγματική Ελλάδα βρισκόταν αντιμέτωπη με αριθμούς που θυμίζουν τις πιο σκοτεινές περιόδους της κρίσης.
Ο πληθωρισμός τον Απρίλιο εκτινάχθηκε στο 5,4%, από 3,9% τον Μάρτιο και μόλις 2,5% τον Ιανουάριο.
Μέσα σε μόλις τέσσερις μήνες, η ακρίβεια επέστρεψε με βίαιο τρόπο. Η στέγαση αυξήθηκε κατά 13,8%. Τα ενοίκια αυξήθηκαν κατά 7,6%. Το ηλεκτρικό ρεύμα αυξήθηκε κατά 14%. Το φυσικό αέριο κατά 19,3%. Το πετρέλαιο θέρμανσης εκτοξεύτηκε κατά 53,2%. Το πετρέλαιο κίνησης ανέβηκε κατά 32,4%. Η βενζίνη κατά 17,1%. Τα τρόφιμα αυξήθηκαν κατά 4,4%. Το μοσχάρι κατά 19,2%. Τα φρούτα κατά 7,5%. Τα λαχανικά κατά 7,1%. Ο καφές κατά 7,9%.
Με απλά λόγια η ζωή έγινε ακριβότερη. Και ποια ήταν η απάντηση της κυβέρνησης; Να ανοίξει μια συζήτηση για το Σύνταγμα. Να παράξει πολιτικό θόρυβο. Να δημιουργήσει μια εικόνα «μεγάλων αλλαγών» ώστε να μη συζητείται το προφανές, πως ολοένα και περισσότερα νοικοκυριά δεν βγάζουν τον μήνα.
Την ίδια ώρα παρουσιάζεται από την κυβέρνηση ως κοινωνική πολιτική η αλλαγή στον εξωδικαστικό μηχανισμό και η μείωση του ορίου οφειλών στα 5.000 ευρώ. Δηλαδή τι ακριβώς πανηγυρίζουν;
Ότι πλέον ακόμα περισσότεροι πολίτες βρίσκονται τόσο κοντά στην οικονομική κατάρρευση ώστε χρειάζονται «ρυθμίσεις επιβίωσης»; Ότι η πρώτη κατοικία παραμένει εκτεθειμένη ενώ τα funds συνεχίζουν να λειτουργούν ανεξέλεγκτα; Ότι πλέον ακόμα περισσότεροι πολίτες βρίσκονται τόσο κοντά στην οικονομική κατάρρευση ώστε χρειάζονται «ρυθμίσεις επιβίωσης»;
Τα ίδια τα στοιχεία δείχνουν το μέγεθος της αντίφασης. Οι αρρύθμιστες οφειλές να φτάνουν τα 95 δισεκατομμύρια ευρώ, όταν το τραπεζικό σύστημα συνεχίζει να καταγράφει εντυπωσιακές επιδόσεις, με τις τέσσερις συστημικές τράπεζες να καταγράφουν το 2025 συνολικά κέρδη που ξεπέρασαν τα 4,7 δισεκατομμύρια ευρώ.
Και μέσα σε όλα αυτά, η κυβέρνηση εξακολουθεί να μιλά για «σταθερότητα». Ποια σταθερότητα ακριβώς; Του εργαζόμενου που βλέπει τον μισθό του να εξαφανίζεται μέχρι τις 15 του μήνα; Του νέου ζευγαριού που δεν μπορεί να νοικιάσει σπίτι; Του συνταξιούχου που κόβει βασικές ανάγκες για να πληρώσει λογαριασμούς; Των ανθρώπων που εξακολουθούν να χάνουν τα σπίτια τους από τις τράπεζες και τα funds που θησαυρίζουν;
Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ήδη τη φθορά και στο Μαξίμου γνωρίζουν πολύ καλά ότι η κοινωνική δυσαρέσκεια μεγαλώνει. Και αυτός είναι ο πραγματικός λόγος των συνεχών αντιπερισπασμών.
Η φτώχεια, όμως, δεν αντιμετωπίζεται με επικοινωνιακές καμπάνιες και εξαγγελίες για συνταγματικές αλλαγές. Και η κοινωνία δεν πείθεται πλέον ότι όλα πηγαίνουν καλά όταν η καθημερινότητά της λέει ακριβώς το αντίθετο. Και δείχνει με κάθε τρόπο πως απαιτείται άμεσα Αρχή φόρμας
πολιτική αλλαγή, που να αντιλαμβάνεται ότι η σταθερότητα δεν είναι η παραμονή μιας παρέας στην εξουσία, αλλά η αξιοπρέπεια του πολίτη.





