Όταν οι τιμές ανεβαίνουν με ρυθμούς αισθητά υψηλότερους από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, το ερώτημα δεν είναι απλώς πώς θα ανακουφιστούν προσωρινά τα νοικοκυριά, αλλά γιατί η ελληνική αγορά παράγει και συντηρεί τόσο ισχυρές πληθωριστικές πιέσεις.
Αντί για «ηθικολογίες» περί δημοσιονομικής εξυγίανσης και γενικόλογες διαπιστώσεις, θα ήταν καιρός η κυβέρνηση Μητσοτάκη να ανοίξει μια ουσιαστική πολιτική συζήτηση για τις βαθύτερες αιτίες της ακρίβειας και τις παρεμβάσεις που μπορούν πραγματικά να συγκρατήσουν τις τιμές.
Τα στοιχεία της Eurostat για τον μήνα Οκτώβριο είναι αποκαλυπτικά. Ο πληθωρισμός στην Ελλάδα έφτασε στο 5,6% από 5,1% τον Σεπτέμβριο, όταν στην Ευρωζώνη διαμορφώθηκε στο 4%. Η χώρα βρίσκεται στην τρίτη θέση της σχετικής κατάταξης, μαζί με την Ιταλία, πίσω μόνο από τη Λιθουανία (6,1%) και τη Βουλγαρία (6%). Με άλλα λόγια, η Ελλάδα βρίσκεται 1,6 ποσοστιαίες μονάδες πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και «εδραιώνεται» στο «βάθρο των πρωταθλητών της ακρίβειας».
Εδώ ακριβώς βρίσκεται το πολιτικό πρόβλημα. Οι διεθνείς ανατιμήσεις, η ενεργειακή κρίση και οι γεωπολιτικές εξελίξεις επηρεάζουν ολόκληρη την Ευρώπη. Γιατί, όμως, η Ελλάδα βρίσκεται τόσο ψηλά στην κατάταξη; Γιατί οι Έλληνες καταναλωτές πληρώνουν ακριβότερα την ακρίβεια από τους περισσότερους Ευρωπαίους; Η επίκληση των διεθνών συνθηκών δεν απαντά σε αυτά τα ερωτήματα. Αντίθετα, η μεγάλη απόκλιση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο επιβάλλει να αναζητηθούν οι ιδιαιτερότητες και οι στρεβλώσεις της ελληνικής αγοράς.
Η κυβέρνηση οφείλει να εξετάσει τον πραγματικό βαθμό ανταγωνισμού, τη συγκέντρωση ισχύος σε βασικούς κλάδους, τα περιθώρια κέρδους και τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνονται οι τιμές από τον παραγωγό μέχρι το ράφι. Γιατί οι αυξήσεις μεταφέρονται τόσο γρήγορα στον καταναλωτή, ενώ οι μειώσεις του κόστους δεν έχουν ανάλογη ανταπόκριση; Πόσο αποτελεσματικοί είναι οι έλεγχοι και τι συμβαίνει με τις τιμές στην ενέργεια, στα καύσιμα, στα βασικά αγαθά και στις υπηρεσίες; Αυτά είναι τα ζητήματα που χρειάζονται διερεύνηση και συγκεκριμένες απαντήσεις.
Δεν πρέπει, επίσης, να αντιμετωπίζεται η ακρίβεια ως ένα πρόσκαιρο πρόβλημα. Οι αλλεπάλληλες ανατιμήσεις των προηγούμενων ετών έχουν ήδη δημιουργήσει ένα εξαιρετικά υψηλό επίπεδο τιμών. Ακόμη κι όταν ο πληθωρισμός μειώνεται, οι τιμές δεν επιστρέφουν στα προηγούμενα επίπεδα. Έτσι, κάθε νέα επιτάχυνση επιβαρύνει ακόμη περισσότερο νοικοκυριά που έχουν δει την αγοραστική τους δύναμη να συρρικνώνεται. Για τους μισθωτούς, τους συνταξιούχους και τις μικρές επιχειρήσεις, η ακρίβεια δεν είναι ένας στατιστικός δείκτης, αλλά καθημερινή οικονομική ασφυξία.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη χρειάζεται να εγκαταλείψει την πολιτική των αποσπασματικών επιδομάτων και των προσωρινών ενισχύσεων, που μπορεί να προσφέρουν μια περιορισμένη ανάσα, αλλά δεν αντιμετωπίζουν τις αιτίες. Χρειάζονται ουσιαστικοί έλεγχοι, αντιμετώπιση των στρεβλώσεων, ενίσχυση του ανταγωνισμού, παρεμβάσεις στο ενεργειακό κόστος και επανεξέταση της φορολογικής επιβάρυνσης στα βασικά αγαθά. Πάνω απ' όλα, χρειάζεται ένα συγκεκριμένο σχέδιο για τη συγκράτηση των τιμών.
Και κυρίως δεν μπορεί η κυβέρνηση να επικαλείται διαρκώς τους ρυθμούς ανάπτυξης και τα δημοσιονομικά πλεονάσματα, όταν η καθημερινότητα των πολιτών διαψεύδει την εικόνα της οικονομικής ευημερίας.
Όταν η Ελλάδα βρίσκεται στο «βάθρο των πρωταθλητών της ακρίβειας», οι πολίτες απαιτούν όχι μόνο εξηγήσεις αλλά και αποτελεσματικές λύσεις.
Κάθε κυβερνητική υπεκφυγή πίσω από την ανάπτυξη, την ώρα που τα νοικοκυριά αδυνατούν να ανταποκριθούν στο κόστος ζωής, είναι το λιγότερο κοροϊδία.






