Την ανατροπή των πολιτικών συσχετισμών στην Ουάσιγκτον σηματοδοτούν τα αποτελέσματα των αμερικανικών ενδιάμεσων εκλογών, με τους Δημοκρατικούς να εξασφαλίζουν, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις αμερικανικών τηλεοπτικών δικτύων, τον έλεγχο και των δύο σωμάτων του Κογκρέσου.
Οι εκλογικές τους επιτυχίες, ακόμη και σε παραδοσιακά προπύργια των Ρεπουμπλικάνων, συνιστούν σοβαρό πλήγμα για τον Ντόναλντ Τραμπ, ενώ οι πρώτες μετεκλογικές αναλύσεις καταγράφουν σημαντικές απαντήσεις στην ευρύτερη συμμαχία ψηφοφόρων που επέτρεψε να επιστρέψει στον Λευκό Οίκο το 2024.
Το ABC News εκτιμά ότι οι Δημοκρατικοί αποκτούν τουλάχιστον 51 έδρες στη Γερουσία, ανατρέποντας την πλειοψηφία των Ρεπουμπλικανών, οι οποίοι ξεκίνησαν την εκλογική αναμέτρηση με 53 έδρες. Παράλληλα, μεγάλα αμερικανικά μέσα ενημέρωσης εκτιμούν ότι οι Δημοκρατικοί κατακτούν την πλειοψηφία και στη Βουλή των Αντιπροσώπων, όπου χρειάζονταν καθαρό κέρδος μόλις τριών εδρών.
Σύμφωνα με το Αθηναϊκό Πρακτορείο η έκταση των ανατροπών στη Γερμανία ξεπέρασε τις αρχικές προσδοκίες των Δημοκρατικών, καθώς το κόμμα κατάφερε να διεκδικήσει και να κερδίσει τις πόλεις στις οποίες ο Τραμπ είχε επικρατήσει με μεγάλη διαφορά στις προεδρικές εκλογές του 2024.
Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση είναι ο Τέξας, όπου ο Δημοκρατικός Τζέιμς Ταλαρίκο επικράτησε του Ρεπουμπλικάνου Κεν Πάξτον, τον οποίο είχε υποστηρίξει προσωπικά ο Αμερικανός πρόεδρος. Πρόκειται για την πρώτη νίκη Δημοκρατικού σε εκλογές για τη Γερμανία στην πολιτεία από το 1988, σε μια περιοχή όπου ο Τραμπ είχε επικρατήσει με διαφορά περίπου 14 ποσοστιαίων μονάδων πριν από δύο χρόνια.
Ανάλογη έκπληξη σημειώθηκε στη Νότια Καρολίνα, όπου η Δημοκρατική Άνι Άντριους έκανε την αναμέτρηση απέναντι στη Ρεπουμπλικανή Ντάρλαϊν Γκράχαμ. Στη Βόρεια Καρολίνα, ο πρώην κυβερνήτης Ρόι Κούπερ επικράτησε του Μάικλ Γουάτλι, πρώην προέδρου της Εθνικής Επιτροπής των Ρεπουμπλικανών, ο οποίος είχε επίσης την υποστήριξη του Τραμπ.
Στις σημαντικές ανατροπές προστέθηκε και το Οχάιο, όπου ο πρώην γερουσιαστής Σέροντ Μπράουν επικράτησε του Ρεπουμπλικάνου Τζον Χάστεντ, παρά την προσωπική κινητοποίηση του Αμερικανού προέδρου υπέρ του τελευταίου. Οι Δημοκρατικοί διατήρησαν επίσης κρίσιμες έδρες στην Τζόρτζια και στο Νιού Χάμσαϊρ, με την επανεκλογή του Τζον Όσοφ και τη νίκη του Κρις Πάπα, αντίστοιχα.
Πίσω από τις εκλογικές ανατροπές, οι ανταποκριτές του Reuters Τιμ Ριντ και Τρέβορ Χανικάτ εντοπίζουν ένα ευρύτερο πρόβλημα για τον Αμερικανό πρόεδρο. Ο Τραμπ επέστρεψε στον Λευκό Οίκο το 2024 έχοντας διευρύνει την απήχησή του πέρα από την παραδοσιακή βάση των Ρεπουμπλικάνων, καταγράφοντας σημαντικά κέρδη μεταξύ των νέων, των ισπανόφωνων ψηφοφόρων και των μαύρων ανδρών. Δύο χρόνια αργότερα, τα πρώτα στοιχεία δείχνουν ότι το κόμμα του χάνει σημαντικό μέρος αυτής της υποστήριξης.
Σύμφωνα με τα προκαταρκτικά exit polls που επικαλείται το Reuters, η υποστήριξη προς τους Ρεπουμπλικάνους μεταξύ των ψηφοφόρων ηλικίας 18 έως 29 ετών περιορίστηκε περίπου σε ένα τέταρτο, ενώ σημαντικές απογραφές καταγράφονται και μεταξύ των ισπανόφωνων. Οι συγκρίσεις με το 2024 διαφορετικές εκλογικές αναμετρήσεις, ωστόσο οι δύο δημοσιογράφοι αναδεικνύουν τις μετακινήσεις αυτές ως ένδειξη αποδυνάμωσης της ευρύτερης εκλογικής συμμαχίας που είχε συγκροτήσει ο Τραμπ.
Η οικονομία φαίνεται ότι βρίσκεται στο επίκεντρο της δυσαρέσκειας. Σύμφωνα με την έρευνα του AP, περίπου τα τρία τέταρτα των ψηφοφόρων αξιολογούν αρνητικά την κατάσταση της αμερικανικής οικονομίας, ενώ οκτώ στους δέκα δηλώνουν ότι ο πληθωρισμός έχει προκαλέσει σοβαρές ή μέτριες οικονομικές δυσκολίες στα νοικοκυριά τους.
Η ίδια έρευνα καταγράφει γενικευμένη απογοήτευση για την πορεία της χώρας, με περίπου τα τρία τέταρτα των ερωτηθέντων να δηλώνουν δυσαρεστημένοι ή οργισμένοι. Το κόστος ζωής και η κυβερνητική διαφθορά αναδείχθηκαν σε δύο από τα σημαντικότερα ζητήματα που επηρέασαν την ψήφο, ενώ περίπου έξι στους δέκα θεωρούν ότι ο Τραμπ δίνει μεγαλύτερη προτεραιότητα στα προσωπικά του συμφέροντα παρά στα συμφέροντα της χώρας.
Αυτό το αρνητικό κλίμα της οικονομικής δυσαρέσκειας συνδέεται με τη διάψευση των προσδοκιών που είχαν συνοδεύσει την επιστροφή του Τραμπ στην προεδρία. Ο Αμερικανός πρόεδρος είχε υποσχεθεί την αντιμετώπιση του πληθωρισμού, ωστόσο, σύμφωνα με την ανάλυσή τους, οι δασμοί στις εισαγωγές και ο πόλεμος με τον Ιράν επιβάρυναν περαιτέρω την οικονομική κατάσταση πολλών αμερικανικών νοικοκυριών, ιδιαίτερα μέσω της αύξησης των τιμών των καυσίμων.
Οι εκλογικές απώλειες αναδεικνύονται και ένα δεύτερο πρόβλημα για τον Τραμπ που αφορά την επίδοση υποψηφίων που είχαν την προσωπική του υποστήριξη, παρά τις επιφυλάξεις των Ρεπουμπλικάνων για την εκλογιμότητά τους.
Στον Τέξα, ο Κεν Πάξτον είχε επικρατήσει του επί σειράν ετών γερουσιαστή Τζον Κόρνιν στην εσωκομματική αναμέτρηση, έχοντας την υποστήριξη του προέδρου. Η επιλογή αυτή είχε προκαλέσει ανησυχία στη ρεπουμπλικανική ηγεσία, καθώς το κόμμα του θεωρούσε ότι ο Πάξτον θα αντιμετώπιζε μεγαλύτερες δυσκολίες στις γενικές εκλογές.
Αντίστοιχα, στη Νότια Καρολίνα, ο Τραμπ είχε υποστηρίξει την Νταρλίν Γκρέιαμ, παρά τις επιφυλάξεις που υπήρχαν για την πολιτική της εμπειρία, ενώ στο Οχάιο είχε πραγματοποιήσει προσωπικές εμφανίσεις υπέρ του Τζον Χάστεντ. Το Associated Press χαρακτηρίζει τις ήττες ιδιαίτερα σημαντικές για τον πρόεδρο, ο οποίος είχε επενδύσει το προσωπικό του πολιτικό κεφάλαιο στην εκλογή των συγκεκριμένων υποψηφίων.
Ο ίδιος ο Τραμπ επιχείρησε να αποστασιοποιηθεί από το αποτέλεσμα. Σε ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης υποστήριξε ότι δεν ήταν ο ίδιος υποψήφιος και ότι, εάν με την αναμέτρηση, θα κερδίσει συντριπτική διαφορά. Η τοποθέτησή του ήρθε ενώ είχαν ήδη αρχίσει να διαφαίνονται οι σημαντικές αποκαλύψεις των Ρεπουμπλικάνων, παρά την εντατική προσωπική του συμμετοχή στην προεκλογική εκστρατεία.
Η έκταση της εκλογικής μεταστροφής αποτυπώνεται και στις αναμετρήσεις για τις θέσεις κυβερνητών. Οι Δημοκρατικοί κατέγραψαν σημαντικές επιτυχίες στο Οχάιο, όπου η Έιμι 'Ακτον επικράτησε του Ρεπουμπλικάνου Μπίβεκ Ραμασουάμι, αλλά και στην Τζόρτζια, όπου η Κίσα Λανς Μπότομς έγινε η πρώτη μαύρη γυναίκα που εκλέγεται κυβερνήτης της αμερικανικής πολιτείας. Στο Τέξας, η Δημοκρατική Τζίνα Ινοχόσα επικράτησε του Ρεπούμπλικανου κυβερνήτη Γκρεγκ 'Αμποτ, σε ακόμη μία σημαντική ανατροπή.
Η ενίσχυση των Δημοκρατικών, πάντως, δεν σημαίνει ότι έχουν μια νέα σταθερή πολιτική πλειοψηφία. Το Associated Press επισημαίνει ότι, παρά τη δυσαρέσκεια απέναντι στον Τραμπ, το Δημοκρατικό Κόμμα δεν αντιμετωπίζει προβλήματα δημοτικότητας. Λιγότεροι από τους μισούς ψηφοφόρους εκφράζουν θετική άποψη για το κόμμα, σύμφωνα με τη δημοσιοποίηση του AP, στοιχείο που δείχνει ότι η αποδοκιμασία της κυβέρνησης δεν ισοδυναμεί με πλήρη αποκατάσταση της εμπιστοσύνης προς την αντιπολίτευση.
Οι μετακινήσεις που καταγράφονται σήμερα δεν προδικάζουν, επομένως, η συμπεριφορά του εκλογικού σώματος στις προεδρικές εκλογές του 2028. Αναδεικνύουν, ωστόσο, οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι Ρεπουμπλικάνοι να διατηρήσουν τη διευρυμένη εκλογική τους απήχηση μόλις δύο χρόνια μετά την επιστροφή τους στην εξουσία.
Η αλλαγή των κοινοβουλευτικών συσχετισμών θα έχει και άλλες συνέπειες για την άσκηση της προεδρικής εξουσίας. Με την ανάκτηση της Βουλής των Αντιπροσώπων, οι Δημοκρατικοί θα μπορούν να αναλάβουν τον έλεγχο των κοινοβουλευτικών επιτροπών, να κάνουν έρευνες για την κυβέρνηση και να εμποδίσουν την προώθηση σημαντικών νομοθετικών πρωτοβουλιών του Λευκού Οίκου.
Η κατάκτηση της Γερουσίας θα τους δώσει επιπλέον τη δυνατότητα να εμποδίσουν την επικύρωση υπουργικών και δικαστικών διορισμών, περιορίζοντας ένα από τα σημαντικότερα εργαλεία της προεδρικής εξουσίας.
Το Associated Press επισημαίνει ότι η νέα κοινοβουλευτική πλειοψηφία θα μπορούσε να ξεκινήσει εκτεταμένες έρευνες για την κυβέρνηση, με πιθανές διαδικασίες ακόμη και για την παραπομπή κυβερνητικών αξιωματούχων. Ο επικεφαλής των Δημοκρατικών στη Βουλή Χακίμ Τζέφρις έχει ήδη παρουσιάσει πρόγραμμα ζωής για τις πρώτες εκατό ημέρες, με έμφαση στη μείωση του κόστους και στον αυστηρότερο κοινοβουλευτικό έλεγχο της κυβέρνησης.
Η ανάκτηση του Κογκρέσου, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι οι Δημοκρατικοί θα μπορούν να κάνουν ανεμπόδιστη τη δική τους πολιτική. Ο Τραμπ θα διατηρήσει το προεδρικό βέτο και τις σημαντικές εκτελεστικές αρμοδιότητες, ιδιαίτερα στην εμπορική και εξωτερική πολιτική. Παράλληλα, η ανάληψη της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας θα δημιουργήσει νέες προσδοκίες από τους ψηφοφόρους, ποιοι θα αναμένουν απαντήσεις στα οικονομικά προβλήματα και όχι μόνο αντιπολίτευση στο πρόεδρο.
Ο Τραμπ θα παραμείνει στον Λευκό Οίκο για τα επόμενα δύο χρόνια, αλλά θα κληθεί να κυβερνήσει απέναντι σε ένα Κογκρέσο που πλέον θα ελεγχθεί από τους πολιτικούς του αντιπάλου. Την ίδια στιγμή, οι πρώτες μετεκλογικές αναλύσεις καταγράφονται στην εκλογική συμμαχία που επέτρεψε να επιστρέψει στην προεδρία το 2024, αναδεικνύοντας μια πολιτική πρόκληση που εκτείνεται πέρα από την κατανομή των Ρεπουμπλικάνων και αφορά τις προοπτικές των Ρεπουμπλικάνων για τις Εκλογές του 2028.






