Από τη Γαλλία και τη Γερμανία μέχρι την Ιταλία, την Ισπανία και την Πορτογαλία, χιλιάδες εργαζόμενοι, νέοι και φοιτητές βγαίνουν στους δρόμους διαμαρτυρόμενοι για την ακρίβεια, τους καθηλωμένους μισθούς, τη στεγαστική κρίση και την υποβάθμιση των δημόσιων υπηρεσιών. Οι κινητοποιήσεις στη Γαλλία, με εκατοντάδες χιλιάδες διαδηλωτές, οι διαδηλώσεις στη Γερμανία και οι απεργιακές συγκεντρώσεις στην Ιταλία αποτυπώνουν την οργή απέναντι στις ακραία νεοφιλελεύθερες πολιτικές που φορτώνουν διαρκώς νέα βάρη στους πολίτες.
Πίσω από τις διαφορετικές αφορμές βρίσκεται μια κοινή πραγματικότητα: οι ευρωπαϊκές κοινωνίες αδυνατούν όλο και περισσότερο να ανταποκριθούν στο κόστος της καθημερινής ζωής. Είναι η έμπρακτη απόδειξη ότι το πολιτικό και οικονομικό μοντέλο που ακολουθεί η ΕΕ είναι βαθιά αντικοινωνικό. Ενέργεια, τρόφιμα, ενοίκια και βασικές υπηρεσίες απορροφούν ολοένα μεγαλύτερο μέρος των εισοδημάτων, ενώ οι μισθοί παραμένουν καθηλωμένοι.
Η αντίφαση του κυρίαρχου οικονομικού μοντέλου είναι πλέον κραυγαλέα. Αφήνει την αγορά να διαμορφώνει τις τιμές και στη συνέχεια χρησιμοποιεί δημόσιο χρήμα, που προέρχεται από την υπερφορολόγηση των πολιτών, για να αντιμετωπίσει τις κοινωνικές συνέπειες της ίδιας της αγοράς.
Μόνο μέσα στο 2026, οι κυβερνήσεις 25 κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης δαπάνησαν 17,9 δισ. ευρώ για να περιορίσουν τις επιπτώσεις από την αύξηση των τιμών ενέργειας. Το ποσό αυτό αποκαλύπτει τον παραλογισμό του συστήματος: πρώτα η αγορά μεταφέρει το κόστος στον καταναλωτή και ύστερα το κράτος καλείται να πληρώσει τον λογαριασμό με χρήματα των φορολογουμένων.
Τα κέρδη τα καρπώνονται οι οικονομικές ελίτ και τα μεγάλα ιδιωτικά συμφέροντα, ενώ το κόστος της κρίσης φορτώνεται στην κοινωνία. Αυτή είναι η ουσία των νεοφιλελεύθερων πολιτικών: ιδιωτικοποίηση των κερδών, κοινωνικοποίηση των ζημιών. Το κράτος θεωρείται ανεπιθύμητο όταν θα μπορούσε να ελέγξει την αγορά, αλλά γίνεται απολύτως απαραίτητο όταν πρέπει να διασώσει τις συνέπειες των επιλογών της.
Το ίδιο μοντέλο εφαρμόζεται και στην Ελλάδα του Κυριάκου Μητσοτάκη. Και τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά. Τον Σεπτέμβριο ο πληθωρισμός έφτασε το 5,1%, έναντι 3,8% στην ευρωζώνη, ενώ οι τιμές της ενέργειας αυξήθηκαν κατά 25,4% σε ετήσια βάση. Η Ελλάδα πληρώνει ακριβότερα την ακρίβεια, αλλά η κυβέρνηση εξακολουθεί να παρουσιάζει ως πολιτική αντιμετώπισης του προβλήματος τις επιδοτήσεις, τις προσωρινές ενισχύσεις και τα αποσπασματικά μέτρα.
Δεν αμφισβητεί τις πολιτικές που συντηρούν τις υψηλές τιμές, δεν παρεμβαίνει ουσιαστικά στην αγορά, δεν προστατεύει αποτελεσματικά τα εισοδήματα. Επιλέγει να διαχειρίζεται τις συνέπειες, αφήνοντας ανέγγιχτες τις αιτίες.
Η αντίφαση είναι προκλητική. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη υπερασπίζεται ένα οικονομικό μοντέλο που περιορίζει τον ρόλο του κράτους, αλλά όταν οι συνέπειές του γίνονται δυσβάστακτες για την κοινωνία, επιστρατεύει δημόσιο χρήμα που έχει προηγουμένως αφαιρέσει από τους πολίτες μέσω της δυσβάστακτης φορολογίας. Και παρουσιάζει αυτή την ανακύκλωση του ίδιου χρήματος ως κοινωνική πολιτική και κυβερνητική προσφορά.
Μόνο που οι πολίτες δεν μπορούν να ζουν με προσωρινές επιδοτήσεις και διαρκείς υποσχέσεις. Δεν πληρώνουν τους λογαριασμούς τους με κυβερνητικές ανακοινώσεις ούτε γεμίζουν το καλάθι του σούπερ μάρκετ με στατιστικές διαπιστώσεις.
Οι διαδηλώσεις σε ολόκληρη την Ευρώπη δείχνουν ότι η κοινωνική δυσαρέσκεια μετατρέπεται σε ευθεία αμφισβήτηση του τρόπου με τον οποίο κατανέμονται τα βάρη και τα οφέλη της οικονομικής πολιτικής. Και στην Ελλάδα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν μπορεί επ' αόριστον να βαφτίζει κοινωνική στήριξη τα επιδόματα για μια ακρίβεια που παραμένει και εξανεμίζει τα εισοδήματα.
Η ώρα των πολιτικών ευθυνών πλησιάζει. Οι κυβερνήσεις που επί χρόνια επικαλούνται την ελεύθερη αγορά για να δικαιολογούν την ακρίβεια και τη συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους βρίσκονται πλέον αντιμέτωπες με την οργή εκείνων που πληρώνουν το τίμημα των επιλογών τους.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν αποτελεί εξαίρεση. Η επιμονή του σε μια πολιτική που εξαντλείται στην προστασία των μεγάλων συμφερόντων και στην ανακύκλωση των χρημάτων των φορολογουμένων μέσω επιδομάτων δεν συνιστά λύση. Είναι η ομολογία της αποτυχίας της. Και όσο η κυβέρνηση επιμένει να αντιμετωπίζει την κοινωνία ως τον τελευταίο τροχό της οικονομικής πολιτικής, τόσο θα μεγαλώνει το πολιτικό κόστος αυτής της επιλογής.





