LNG: Αλλαγές στις δημοπρασίες της Ρεβυθούσας ζητούν ΔΕΠΑ και ΔΕΗ- Οι ενστάσεις για το κόστος

LNG: Αλλαγές στις δημοπρασίες της Ρεβυθούσας ζητούν ΔΕΠΑ και ΔΕΗ- Οι ενστάσεις για το κόστος
Πέμπτη, 05/11/2026 - 08:00

Την ανάγκη αλλαγών στον μακροχρόνιο προγραμματισμό των δημοπρασιών LNG στη Ρεβυθούσα θέτουν η ΔΕΠΑ Εμπορίας και η ΔΕΗ, με διαφορετικές προτάσεις που έχουν ως κοινό παρονομαστή τον περιορισμό του κόστους για την αγορά φυσικού αερίου.

Στο πλαίσιο της διαβούλευσης της ΡΑΑΕΥ επί της πρότασης του ΔΕΣΦΑ για την περίοδο 2027-2041, η ΔΕΠΑ αμφισβητεί τη δυνατότητα αξιόπιστου προγραμματισμού σε ορίζοντα 15ετίας, επικαλούμενη τη γεωπολιτική αβεβαιότητα και τις υψηλές τιμές που προκύπτουν από το υφιστάμενο σύστημα δημοπρασιών. Από την πλευρά της, η ΔΕΗ ζητά μεγαλύτερες χρονοθυρίδες εκφόρτωσης, προσαρμοσμένες στη χωρητικότητα των σύγχρονων πλοίων μεταφοράς LNG, ώστε να αποφεύγονται πρόσθετες επιβαρύνσεις στη μεταφορά και την προμήθεια φυσικού αερίου.

Όπως επισημαίνεται στην επιστολή της ΔΕΠΑ, ήδη από το 2023 έχει εκφράσει τις αντιρρήσεις της σε ότι αφορά την επέκταση του ετήσιου προγραμματισμού ΥΦΑ από τα 5, στα 15 έτη, επισημαίνοντας ότι δεν είναι δυνατόν να υπάρξουν επαρκή επιχειρηματικά δεδομένα για τη λήψη αποφάσεων σε τόσο μακρινό ορίζοντα.

Παράλληλα, επικαλείται τα αποτελέσματα των δημοπρασιών που πραγματοποιήθηκαν τον χειμώνα 2025-2026, σε συνθήκες γεωπολιτικής αστάθειας και αβεβαιότητας. Όπως υποστηρίζει, οι ακραίες συνθήκες της περιόδου, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του Κώδικα Διαχείρισης ΕΣΦΑ για τον «σκληρό» 15ετή προγραμματισμό δημοπρασιών δυναμικότητας, δεν επιτρέπουν στους συμμετέχοντες να συνυπολογίσουν έκτακτες εξελίξεις, όπως πολέμους, πανδημίες και κρίσεις καταστροφών.

Κατά τη ΔΕΠΑ, το αποτέλεσμα είναι να παράγονται αναίτια υψηλά επίπεδα τιμών, τα οποία δεν ανταποκρίνονται στις πραγματικές ανάγκες της αγοράς και επιβαρύνουν σημαντικά τους χρήστες, με τελικό αποδέκτη το σύνολο των καταναλωτών. Η εταιρία επισημαίνει ότι η γεωπολιτική αστάθεια όχι μόνο δεν έχει εκλείψει, αλλά εξακολουθεί να αποτελεί παράγοντα αβεβαιότητας.

Στο πλαίσιο αυτό, καλεί τη ΡΑΑΕΥ να επανεξετάσει το υφιστάμενο πλαίσιο, προκειμένου να καταστεί πιο ευέλικτο. Ειδικότερα, προτείνει να αξιοποιηθεί η δυνατότητα διαφοροποίησης της διάρκειας δημοπρασιών δυναμικότητας, όπως προβλέπεται από τον ευρωπαϊκό Κανονισμό 2017/259.

Η πρόταση της ΔΕΠΑ είναι οι δημοπρασίες ΥΦΑ για τα έτη 2036, 2040 και 2041 να μην πραγματοποιηθούν συνολικά για τόσο μεγάλο χρονικό ορίζοντα το 2026, αλλά να μεταφερθούν στο 2027, ώστε να προηγηθεί περαιτέρω αξιολόγηση των δεδομένων της αγοράς.

Στην ίδια διαβούλευση συμμετέχει με επιστολή της και η ΔΕΗ η οποία θέτει θέμα ως προς το μέγεθος των χρονοθυρίδων εκφόρτωσης LNG. Συγκεκριμένα προτείνει, αρχής γενομένης από το 2041 κ, την κατάργηση των χρονοθυρίδων χωρητικότητας 500 GWh και τη διαμόρφωση της ποσότητας LNG ανά διαθέσιμη χρονοθυρίδα σε τουλάχιστον 1 TWh, ώστε το μέγεθος των χρονοθυρίδων να αντιστοιχεί στη μεγαλύτερη χωρητικότητα των σύγχρονων πλοίων μεταφοράς LNG που διακινούνται στη διεθνή και ευρωπαϊκή αγορά .

Ειδικότερα, επισημαίνει ότι η τεχνολογική εξέλιξη και η ανάγκη περιορισμού του κόστους μεταφοράς LNG, σε συνδυασμό με την αύξηση των γεωγραφικών αποστάσεων από τις οποίες πραγματοποιούνται οι εισαγωγές (π.χ. Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής) έχουν οδηγήσει σε σημαντική αύξηση της χωρητικότητας των πλοίων μεταφοράς. Σήμερα, σύμφωνα με τη ΔΕΗ η χωρητικότητα των πλοίων ανέρχεται κατά κανόνα σε 170.000 –180.000 m³, που αντιστοιχούν περίπου σε 1,1 –1,2 TWh LNG. Ως εκ τούτου η διατήρηση των 500 GWh ως επιλέξιμης χωρητικότητας ανά χρονοθυρίδα μετά το 2041 δεν ανταποκρίνεται στα μεγέθη των σύγχρονων πλοίων και οδηγεί σε αδυναμία των χρηστών να αξιοποιήσουν πλήρως τη διαθέσιμη χωρητικότητα των πλοίων, γεγονός που θα μπορούσε να οδηγήσει σε μερική εκφόρτωση φορτίων και, κατ’ επέκταση, σε πρόσθετο κόστος μεταφοράς και προμήθειας φυσικού αερίου.

Επιπλέον, η κάλυψη των χρονοθυρίδων με πλοία μεγαλύτερης χωρητικότητας σύμφωνα με τη ΔΕΗ θα συμβάλλει θετικά στην αύξηση του συντελεστή χρησιμοποίησης των εγκαταστάσεων LNG, οδηγώντας σε μείωση των μοναδιαίων χρεώσεων χρήσης τους, καθώς το συνολικό κόστος χρήσης των εγκαταστάσεων επιμερίζεται σε μεγαλύτερες ποσότητες αερίου, μειώνοντας περαιτέρω το συνολικό κόστος των αγορών ενέργειας.