Από το 2,7% του Ιουλίου ο δείκτης αυξήθηκε μέσα σε έναν μήνα κατά μία ολόκληρη ποσοστιαία μονάδα, την ώρα που στην Ευρωζώνη ο πληθωρισμός αυξήθηκε μόλις και 0,4, σε μια εξέλιξη που δύσκολα συμβιβάζεται με την εικόνα που επιχειρεί εδώ και καιρό να καλλιεργήσει η κυβέρνηση.
Το Μαξίμου, ασφαλώς, έχει έτοιμη τη δικαιολογία: διεθνείς εξελίξεις, ενεργειακές τιμές και γεωπολιτική αστάθεια. Και πράγματι, οι διεθνείς εξελίξεις επηρεάζουν τις τιμές της ενέργειας και των καυσίμων. Μόνο που αυτό δεν μπορεί να αποτελεί διαρκώς το άλλοθι για κάθε νέα επιβάρυνση που φτάνει στον Έλληνα καταναλωτή. Γιατί η κυβέρνηση δεν καθορίζει την παγκόσμια τιμή του πετρελαίου, καθορίζει όμως τη φορολογική πολιτική της χώρας και έχει στη διάθεσή της εργαλεία για να περιορίσει τις επιπτώσεις όταν ένα διεθνές κύμα ανατιμήσεων μεταφέρεται στην ελληνική αγορά.
Ειδικά στα καύσιμα, η λύση βρίσκεται μπροστά της και είναι απολύτως συγκεκριμένη: μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης, με παρεμβάσεις τόσο στον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης όσο και στον ΦΠΑ που θα περιορίσει άμεσα το κόστος που αντιμετωπίζει ο καταναλωτής στην αντλία, ενώ παράλληλα μπορεί να περιορίσει τις δευτερογενείς επιβαρύνσεις που προκαλεί η ακριβή ενέργεια στο κόστος μεταφοράς, στην παραγωγή, στις υπηρεσίες και τελικά στις τιμές των προϊόντων.
Παρ’ όλα αυτά, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιμένει να μην αγγίζει τον ΕΦΚ και τον ΦΠΑ στα καύσιμα, επιλέγοντας μια πολιτική επιδοτήσεων και αποσπασματικών ενισχύσεων αντί μιας άμεσης φορολογικής ελάφρυνσης. Και αυτό δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια, είναι πολιτική επιλογή.
Ακριβώς την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση επιχειρεί να παρουσιάσει ως μεγάλη απάντηση στην ακρίβεια τις μειώσεις τιμών στα σούπερ μάρκετ που ξεκίνησαν τον Σεπτέμβριο, με βάση την πολυδιαφημισμένη «Εθνική Πρωτοβουλία Μείωσης Τιμών». Ακόμη όμως και αν δεχθούμε ότι οι μειώσεις αυτές θα αποτυπωθούν πραγματικά στο ράφι και θα τις δει ο καταναλωτής στο ταμείο, υπάρχει ένα πολύ απλό ερώτημα που δεν μπορεί να παρακαμφθεί: από ποια τιμή ξεκινά η σημερινή μείωση και τι έχει συμβεί στην τιμή του ίδιου προϊόντος τους προηγούμενους μήνες;
Γιατί η ακρίβεια δεν εμφανίστηκε την 1η Σεπτεμβρίου και δεν περίμενε την κυβερνητική πρωτοβουλία για να γίνει αντιληπτή. Ήταν γνωστή εδώ και μήνες, οι ανατιμήσεις είχαν ήδη επιβαρύνει τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς και η κοινωνία είχε ήδη πληρώσει ένα ακόμη καλοκαίρι υψηλών τιμών. Επομένως, μια σημερινή μείωση ενός προϊόντος δεν μπορεί να αξιολογείται αποκομμένη από την διαχρονική πορεία της τιμής του.
Αυτό ακριβώς είναι το σημείο στο οποίο η κυβερνητική επικοινωνία συναντά την πραγματικότητα της αγοράς. Η κοινωνία δεν ενδιαφέρεται τόσο για το πόσοι κωδικοί μπήκαν σε μια λίστα ούτε για το ποσοστό μιας μέσης μείωσης, όσο για το πόσο θα πληρώσει τελικά στο ταμείο. Και ακόμη περισσότερο ενδιαφέρεται να γνωρίζει γιατί, ενώ η ακρίβεια ήταν εδώ και μήνες γνωστή και οι ανατιμήσεις συνεχίζονταν, η κυβέρνηση εμφανίζεται τώρα να ανακαλύπτει την ανάγκη για παρεμβάσεις.
Το 3,7% της Eurostat έρχεται έτσι σε μια εξαιρετικά δύσκολη στιγμή για το Μέγαρο Μαξίμου. Η κυβέρνηση θέλει να εμφανίσει τις μειώσεις στα σούπερ μάρκετ ως απόδειξη ότι η μάχη κατά της ακρίβειας αποδίδει, όμως την ίδια ώρα ο πληθωρισμός στην Ελλάδα επιταχύνεται και βρίσκεται πάνω από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Και όταν η ενέργεια και τα καύσιμα λειτουργούν ως βασικοί πολλαπλασιαστές του κόστους σε ολόκληρη την οικονομία, η άρνηση μιας άμεσης φορολογικής παρέμβασης στον ΕΦΚ και τον ΦΠΑ είναι μια καταστροφική για την κοινωνία επιλογή της κυβέρνησης και πρέπει να κρίνεται ως τέτοια.
Σε κάθε περίπτωση, όσο το εισόδημα των πολιτών εξακολουθεί να συνθλίβεται από το κόστος ζωής, τόσο περισσότερο το κυβερνητικό «success story» θα μοιάζει με μια ιστορία που γράφεται στο Μαξίμου, αλλά πληρώνεται καθημερινά και ακριβά από την ελληνική κοινωνία.






