Γιάννης Τριήρης: Η αλχημεία με το κυβερνητικό αφήγημα του -0,4%

Γιάννης Τριήρης: Η αλχημεία με το κυβερνητικό αφήγημα του -0,4%
Παρασκευή, 21/08/2026 - 08:06

Υπάρχει η μείωση του πληθωρισμού στα χαρτιά για τα τρόφιμα. Υπάρχει όμως και η εξαθλίωση των νοικοκυριών από την ακρίβεια. Και ανάμεσα στα δύο υπάρχει μια τεράστια διαφορά που η κυβέρνηση επιμένει να προσπερνά, παρουσιάζοντας κάθε επιβράδυνση των ανατιμήσεων ως… επιτυχία.

Ο Τάκης Θεοδωρικάκος έσπευσε να χαρακτηρίσει «αποτελέσματα» της κυβερνητικής πολιτικής τα στοιχεία της Eurostat για τον Ιούλιο, σύμφωνα με τα οποία ο πληθωρισμός των τροφίμων στην Ελλάδα διαμορφώθηκε στο -0,4% σε ετήσια βάση.

Μόνο που εδώ αρχίζει το πρόβλημα με τους κυβερνητικούς πανηγυρισμούς.

Το -0,4% δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια πρόσκαιρη συγκράτηση των τιμών, δεν σημαίνει ότι τα τρόφιμα έγιναν φθηνά. Σημαίνει ότι, κατά μέσο όρο, οι τιμές τους τον Ιούλιο ήταν οριακά χαμηλότερες από τον Ιούλιο του 2025. Δεν σημαίνει ότι γύρισαν στις τιμές του 2021 ή του 2022. Δεν σημαίνει ότι διαγράφηκαν οι τεράστιες αυξήσεις που προηγήθηκαν. Και κυρίως δεν σημαίνει ότι αποκαταστάθηκε η αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών.

Για να καταλάβουμε τη διαφορά, αρκεί να δούμε τη σωρευτική εικόνα και όχι έναν μεμονωμένο μήνα. Σύμφωνα με επεξεργασία στοιχείων της Eurostat από το ΙΟΒΕ, οι τιμές των τροφίμων στην Ελλάδα είχαν αυξηθεί σωρευτικά κατά 29,4% από το 2021 έως το 2024.

Αυτό είναι το σημείο που επιμελώς αποφεύγει να φωτίσει η κυβερνητική επιχειρηματολογία.

Ο πολίτης δεν πηγαίνει στο σούπερ μάρκετ για να μετρήσει τον ετήσιο ρυθμό πληθωρισμού. Πηγαίνει για να αγοράσει γάλα, κρέας, ψάρια, λάδι, ψωμί, λαχανικά. Και εκεί δεν τον ενδιαφέρει αν μια τιμή αυξήθηκε 10% πέρυσι και 0% φέτος. Τον ενδιαφέρει πόσο πληρώνει σήμερα σε σχέση με το εισόδημά του.

Και εδώ βρίσκεται η ουσία. Όταν οι τιμές έχουν αυξηθεί μεσοσταθμικά κατά 29,4% σε λίγα χρόνια, το να μην αυξηθούν ή ακόμη και να υποχωρήσει οριακά για ένα μήνα δεν σημαίνει ότι ο καταναλωτής πήρε πίσω τα χρήματα που έχασε. Οι τιμές παραμένουν σε πολύ υψηλότερο επίπεδο από εκεί που βρισκόνταν πριν από το κύμα της ακρίβειας που σάρωσε την αγορά επί διακυβέρνησης Μητσοτάκη.

Η ίδια η Eurostat καταγράφει, εξάλλου, ότι το 2025 η Ελλάδα ήταν η ακριβότερη χώρα της ΕΕ στην υποκατηγορία γάλα, τυρί και αυγά, σε επίπεδο τιμών.

Αυτό είναι το πραγματικό πρόβλημα της ακρίβειας: δεν χρειάζεται οι τιμές να ανεβαίνουν κάθε μήνα για να συνεχίζει να πιέζεται το νοικοκυριό. Αρκεί οι τιμές να έχουν ανέβει πολύ και να παραμένουν εκεί.

Άρα το ερώτημα δεν είναι αν τον Ιούλιο οι τιμές κινήθηκαν χαμηλότερα. Καλώς κινήθηκαν. Το ερώτημα είναι γιατί η κυβέρνηση θεωρεί ότι ένα -0,4% αρκεί για να αποδείξει ότι «η επίμονη προσπάθεια για τον έλεγχο των τιμών φέρνει αποτελέσματα».

Και ακόμη περισσότερο: αν το πρόβλημα έχει πράγματι αντιμετωπιστεί, γιατί η κυβέρνηση ετοιμάζει νέα πρωτοβουλία για τη μείωση των τιμών σε βασικά είδη διαβίωσης από το τέλος Αυγούστου και τις αρχές Σεπτεμβρίου;

Η αντίφαση είναι προφανής. Από τη μία πανηγυρίζεται η πτώση του πληθωρισμού. Από την άλλη αναγνωρίζεται στην πράξη ότι χρειάζονται νέες παρεμβάσεις για να μειωθούν οι τιμές.

Και ασφαλώς δεν λύνεται το πρόβλημα με το να βαφτίζουμε την επιβράδυνση του πληθωρισμού «υποχώρηση της ακρίβειας» και «μείωση τιμών». Είναι δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα.

Το πιο εύκολο πολιτικό παιχνίδι είναι να παρουσιάζεις έναν αριθμό απομονωμένο από την πραγματικότητα που προηγήθηκε. Το δύσκολο είναι να απαντήσεις στο ερώτημα που βρίσκεται πάνω στο τραπέζι κάθε ελληνικού νοικοκυριού: πόσα προϊόντα μπορεί να βάλει σήμερα στο καλάθι του με το ίδιο εισόδημα που είχε πριν από την έκρηξη της ακρίβειας;

Εκεί δεν υπάρχει κανένα -0,4% που να μπορεί να κρύψει την πραγματικότητα.

Γιατί ο πληθωρισμός μπορεί να συγκρατήθηκε πρόσκαιρα. Οι τιμές όμως δεν γυρίζουν αυτόματα πίσω. Και όταν το εισόδημα δεν ακολουθεί, η ακρίβεια δεν τελειώνει επειδή έπεσε ο πληθωρισμός. Απλώς γίνεται μόνιμο βάρος στην καθημερινότητα.

Γι’ αυτό και η κοινωνία δεν χρειάζεται άλλες κυβερνητικές θριαμβολογίες πάνω σε δεκαδικά ψηφία. Χρειάζεται πραγματική αύξηση της αγοραστικής δύναμης, ουσιαστικό ανταγωνισμό στην αγορά και τιμές που να μπορούν να αντέξουν τα εισοδήματα των οικογενειών.

Γιατί άλλο είναι να πέφτει ο πληθωρισμός και άλλο να μπορεί να ζήσει αξιοπρεπώς ένα νοικοκυριό. Και το -0,4% του Ιουλίου δεν σβήνει το +29,4% της προηγούμενης περιόδου.