Γιάννης Τριήρης: Το παραμύθι Μητσοτάκη για λυμένες εκκρεμότητες

Γιάννης Τριήρης: Το παραμύθι Μητσοτάκη για λυμένες εκκρεμότητες
Δευτέρα, 31/08/2026 - 08:03

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει ένα ιδιαίτερο ταλέντο: να παρουσιάζει κάθε κυβερνητικό πρόγραμμα ως τελειωμένη επιτυχία ακριβώς τη στιγμή που τα πραγματικά προβλήματα της χώρας εξακολουθούν να βρίσκονται μπροστά στους πολίτες.

Αυτό έκανε και στην χθεσινή κυριακάτικη ανάρτησή του, λίγες μόλις ημέρες πριν από τη ΔΕΘ. Το Ταμείο Ανάκαμψης, σύμφωνα με τον πρωθυπουργό, δεν ήταν απλώς ένα πρόγραμμα χρηματοδότησης αλλά μια «διπλή ευκαιρία» που αξιοποιήθηκε «στο έπακρο».

Μίλησε για τις 74 μεταρρυθμίσεις του «Ελλάδα 2.0» και τις παρουσίασε ως τη μεγάλη παρακαταθήκη του Ταμείου Ανάκαμψης, υποστηρίζοντας ουσιαστικά ότι μέσα από αυτές λύθηκαν εκκρεμότητες δεκαετιών και η Ελλάδα πλησίασε περισσότερο την υπόλοιπη Ευρώπη.

Μόνο που ακριβώς εδώ αρχίζει το μεγάλο κυβερνητικό παραμύθι. Γιατί αν αφήσει κανείς στην άκρη τα δισεκατομμύρια, τις εκταμιεύσεις και τα εντυπωσιακά ποσοστά και κοιτάξει τι πραγματικά συμβαίνει στο Κτηματολόγιο, στη Δικαιοσύνη, στην Υγεία, στην Παιδεία και στην πράσινη μετάβαση, η εικόνα που προκύπτει είναι πολύ διαφορετική, από αυτή που παρουσιάζει ο Κυριάκος Μητσοτάκης στην ανάρτηση του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Οι ίδιες οι ευρωπαϊκές αξιολογήσεις και οι αριθμοί δείχνουν ότι πολλές από τις υποτιθέμενες «λυμένες» εκκρεμότητες παραμένουν ανοιχτές και ότι η απόσταση της Ελλάδας από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο εξακολουθεί να είναι μεγάλη.

Στο Κτηματολόγιο, η κυβέρνηση μιλά για ολοκλήρωση μιας ιστορικής εκκρεμότητας και υποστηρίζει ότι το 99% της επικράτειας διαθέτει πλέον αναρτημένα κτηματολογικά στοιχεία. Μόνο που «ανάρτηση στοιχείων» δεν σημαίνει ότι λύθηκαν τα προβλήματα ιδιοκτησίας.

Πρόσφατα στοιχεία δείχνουν περισσότερες από ένα εκατομμύριο εκκρεμότητες, ενώ μόνο στα Δωδεκάνησα καταγράφονται 581.442 εκκρεμότητες που συνδέονται με τη μετάπτωση του παλαιού συστήματος στο κεντρικό Κτηματολόγιο, διαδικασία που εκτιμάται ότι θα απαιτήσει ακόμη δύο έως τρία χρόνια.

Και υπάρχουν ακόμη οι χιλιάδες αντιρρήσεις για τους δασικούς χάρτες, οι οποίες μεταφέρουν εκκρεμότητες ακόμη και στο 2027, ενώ τα πληροφοριακά συστήματα του Κτηματολογίου εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν τεχνικές δυσλειτουργίες.

Αυτό δεν λέγεται «ολοκληρώθηκε». Λέγεται ότι ένα έργο προχωρά με ρυθμούς χελώνας και παραμένει ημιτελές.

Στη Δικαιοσύνη η εικόνα είναι ακόμη πιο αποκαλυπτική. Ο πρωθυπουργός μιλά για επιτάχυνση, όμως τα συγκρίσιμα ευρωπαϊκά στοιχεία για το 2024 δείχνουν ότι ο χρόνος επίλυσης αστικών, εμπορικών και διοικητικών υποθέσεων πρώτου βαθμού στην Ελλάδα έφτασε τις 638 ημέρες, έναντι μόλις 100 ημερών στη διάμεσο της ΕΕ.

Βεβαίως, η κυβέρνηση επικαλείται βελτίωση μετά τον νέο Δικαστικό Χάρτη και υποστηρίζει ότι ο μέσος χρόνος στα Πρωτοδικεία περιορίστηκε στις 309 ημέρες το πρώτο τρίμηνο του 2026. Ακόμη όμως κι αν δεχθούμε τη βελτίωση, αυτό απέχει πολύ από το να παρουσιάζεται η Δικαιοσύνη ως πρόβλημα που «λύθηκε». Η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξακολουθεί να θεωρεί τη βραδύτητα της ελληνικής Δικαιοσύνης σημαντικό διαρθρωτικό πρόβλημα.

Και μετά έρχεται η Υγεία. Εδώ η απόσταση ανάμεσα στην κυβερνητική εικόνα και την ευρωπαϊκή αξιολόγηση γίνεται ακόμη πιο καθαρή. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στην έκθεση χώρας του 2026, αναγνωρίζει ότι έχουν γίνει παρεμβάσεις, αλλά επισημαίνει ότι απαιτούνται περισσότερες προσπάθειες για την αντιμετώπιση του επίμονα υψηλού επιπέδου ανεκπλήρωτων αναγκών υγείας. Η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει το υψηλότερο ποσοστό ιδιωτικών πληρωμών υγείας στην ΕΕ, ενώ οι μεγάλες λίστες αναμονής οδηγούν τους πολίτες σε μεγαλύτερη προσφυγή στον ιδιωτικό τομέα.

Γιατί το ΕΣΥ δεν κρίνεται από το πόσα χρήματα δόθηκαν για κτίρια, εξοπλισμό και ψηφιακά συστήματα. Κρίνεται από το αν ο ασθενής βρίσκει γιατρό, αν υπάρχει προσωπικό, αν χειρουργείται εγκαίρως και αν μπορεί να θεραπευτεί χωρίς να βάλει βαθιά το χέρι στην τσέπη.

Και εκεί το κυβερνητικό «success story» έχει πολύ μεγαλύτερες ρωγμές.

Στην Παιδεία, οι αριθμοί είναι ακόμη πιο αμείλικτοι. Το 47% των μαθητών στην Ελλάδα δεν φτάνει το ελάχιστο επίπεδο επάρκειας στα μαθηματικά, έναντι 29,5% στην ΕΕ. Στις ψηφιακές δεξιότητες, το 60% των μαθητών της όγδοης τάξης δεν φτάνει το βασικό επίπεδο, έναντι 43% στην ΕΕ.

Η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επισημαίνει ότι απαιτούνται σημαντικές προσπάθειες για τη βελτίωση των εκπαιδευτικών αποτελεσμάτων.

Αυτή είναι η πραγματική «αναβάθμιση» της Παιδείας;

Γιατί ένα εκπαιδευτικό σύστημα δεν αξιολογείται από τις κυβερνητικές παρουσιάσεις, τους διαδραστικούς πίνακες και τις ψηφιακές πλατφόρμες. Αξιολογείται από το τι μαθαίνουν τα παιδιά. Και εκεί η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται πίσω από την Ευρώπη.

Το ίδιο ισχύει και για την πράσινη μετάβαση. Ναι, οι ΑΠΕ αυξήθηκαν θεαματικά. Αλλά άλλο εγκαθιστώ φωτοβολταϊκά και άλλο ολοκληρώνω την πράσινη μετάβαση.

Η ίδια η Κομισιόν επισημαίνει την ανάγκη για περισσότερη αποθήκευση, ενίσχυση των δικτύων και ολοκλήρωση των ηλεκτρικών διασυνδέσεων.

Και οι αριθμοί είναι αποκαλυπτικοί: το 2025 περικόπηκε περίπου το 6,6% της συνολικής παραγωγής ΑΠΕ, ενώ μόνο στους πρώτους πέντε μήνες του 2026 οι περικοπές έφτασαν περίπου τις 1,3 TWh. Τον Μάιο μόνο περικόπηκαν 418 GWh, περίπου το 14% της παραγωγής ΑΠΕ του μήνα.

Με απλά λόγια, η Ελλάδα παράγει όλο και περισσότερη πράσινη ενέργεια, αλλά δεν διαθέτει ακόμη τις υποδομές και την αποθήκευση για να την αξιοποιεί όλη.

Αυτό δεν είναι αποτυχία των ΑΠΕ. Είναι απόδειξη ότι η πράσινη μετάβαση δεν ολοκληρώνεται με μια εγκατάσταση φωτοβολταϊκών και μια κυβερνητική ανακοίνωση.

Κάπου εδώ λοιπόν τελειώνει και το παραμύθι με τα 36 δισ. ευρώ. Το Ταμείο Ανάκαμψης ήταν πράγματι μια τεράστια ευκαιρία και χρηματοδότησε επενδύσεις. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι τα 36 δισ. ευρώ μετέτρεψαν αυτομάτως την Ελλάδα σε ευρωπαϊκό πρότυπο.

Γιατί τα δισεκατομμύρια μπορούν να χρηματοδοτήσουν έργα. Δεν μπορούν να γράψουν από μόνα τους δικαστικές αποφάσεις, να στελεχώσουν νοσοκομεία, να βελτιώσουν τις γνώσεις των μαθητών ή να ολοκληρώσουν τα δίκτυα της πράσινης ενέργειας.

Και κυρίως, τα δισεκατομμύρια κάποτε τελειώνουν.

Τότε μένει το κράτος.

Και εκεί ακριβώς βρίσκεται η μεγάλη αδυναμία του κυβερνητικού αφηγήματος. Γιατί αν το Κτηματολόγιο εξακολουθεί να έχει εκατοντάδες χιλιάδες εκκρεμότητες, αν η Δικαιοσύνη χρειάζεται εκατοντάδες ημέρες για να αποδώσει το δίκαιο, αν το ΕΣΥ εξακολουθεί να σπρώχνει πολίτες στον ιδιωτικό τομέα, αν σχεδόν ένας στους δύο μαθητές δεν κατακτά το βασικό επίπεδο στα μαθηματικά και αν τεράστιες ποσότητες πράσινης ενέργειας περικόπτονται επειδή λείπουν οι απαραίτητες υποδομές, τότε οι «εκκρεμότητες δεκαετιών» δεν έχουν λυθεί.

Απλώς παρουσιάζονται από την κυβερνητική προπαγάνδα ως λυμένες.