Από τον πόλεμο στην Ουκρανία και τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή έως την επαναφορά των ορυκτών καυσίμων στο επίκεντρο της αμερικανικής ενεργειακής πολιτικής, η παγκόσμια αγορά ενέργειας εισέρχεται σε νέα φάση. Μέσα σε αυτή τη συγκυρία, η ανάπτυξη της οικονομίας πράσινου υδρογόνου μπορεί να αποκτήσει αναβαθμισμένο ρόλο τόσο για την Ευρωπαϊκή Ένωση όσο και για την Ελλάδα, ενσωματώνοντας τις διαστάσεις της ενεργειακής ασφάλειας, ανεξαρτησίας και ανθεκτικότητας.
Η κλιματική αλλαγή και η υποβάθμιση του περιβάλλοντος οδήγησαν την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) στη δημιουργία μιας νέας στρατηγικής, της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας, για την επίτευξη της μετάβασης στην πράσινη ενέργεια και, ως εκ τούτου, τον μετασχηματισμό της ΕΕ σε μια σύγχρονη, αποδοτική ως προς τους πόρους και ανταγωνιστική οικονομία. Σε αυτό το πλαίσιο, η στρατηγική της ΕΕ για το υδρογόνο προβλέπει ότι το υδρογόνο θα διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στο μελλοντικό ολοκληρωμένο ενεργειακό σύστημα, παράλληλα με την ηλεκτροδότηση από ΑΠΕ και την πιο αποτελεσματική και κυκλική χρήση των πόρων. Χάρη στον ευέλικτο χαρακτήρα του, το υδρογόνο αναδεικνύεται ως μέρος της λύσης για την απαλλαγή των ενεργειακών τομέων από τον άνθρακα. Για να συμβάλει στην κλιματική ουδετερότητα και να αξιοποιηθούν πλήρως οι δυνατότητές της, μια οικονομία υδρογόνου θα πρέπει να αναπτυχθεί γρήγορα, σε μεγάλη κλίμακα και με ανταγωνιστικό κόστος. Επιπλέον, η παραγωγή υδρογόνου – που πλέον βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε ορυκτά καύσιμα – θα πρέπει να απανθρακοποιηθεί, κάτι που προϋποθέτει μαζική αύξηση στην παραγωγή ΑΠΕ.
Το υδρογόνο έχει πολλές σύγχρονες και πιθανές χρήσεις. Πιο συγκεκριμένα, χρησιμοποιείται ως καύσιμο για τις μεταφορές, για βιομηχανικές διεργασίες, στον αεροδιαστημικό τομέα και στη χημική βιομηχανία ως πρώτη ύλη. Χρησιμοποιείται επίσης σε κυψέλες καυσίμου για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και την τροφοδοσία οχημάτων, ενώ το υδρογόνο μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και τη θέρμανση. Επίσης, οι φορείς εκμετάλλευσης αρκετών μονάδων παραγωγής ενέργειας με φυσικό αέριο διερευνούν το υδρογόνο ως συμπλήρωμα ή αντικατάσταση του φυσικού αερίου. Επιπλέον, το υδρογόνο έχει τη δυνατότητα έμμεσης αποθήκευσης ενέργειας για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, η οποία θα μπορούσε να συμβάλει στην απανθρακοποίηση του τομέα, αποθηκεύοντας ενέργεια που παράγεται με ΑΠΕ για ημέρες ή και εβδομάδες.
Τα βασικά πλεονεκτήματα του υδρογόνου σχετίζονται με περιβαλλοντικά οφέλη (δηλαδή μηδενικό περιβαλλοντικό αποτύπωμα λόγω μηδενικών εκπομπών CO2), με την ενεργειακή ασφάλεια (τοπική παραγωγή και αποθήκευση), την ενεργειακή απόδοση (υψηλή ενεργειακή πυκνότητα και απόδοση κυψελών καυσίμου) και την ευελιξία (διαφορετικές πηγές παραγωγής και διάφορες χρήσεις). Τα κύρια μειονεκτήματά του συνδέονται με το κόστος παραγωγής, την αποθήκευση και τη μεταφορά, την ενεργειακή υποδομή και σημαντικές ανησυχίες σχετικά με την ασφάλεια της εν λόγω μορφής ενέργειας λόγω της υψηλής ευφλεκτότητάς της.
Το υδρογόνο είναι ένας σχετικά νέος ενεργειακός φορέας που, μαζί με τις ΑΠΕ ή την πυρηνική ενέργεια ή τα ορυκτά καύσιμα που χρησιμοποιούν τεχνολογίες δέσμευσης άνθρακα, μπορούν να συμβάλουν στην απαλλαγή από τον άνθρακα του ενεργειακού τομέα, συμπεριλαμβανομένων τομέων για τους οποίους έχει αποδειχθεί δύσκολο να μειωθούν οι εκπομπές (π.χ. βαριά βιομηχανία όπως παραγωγή σιδήρου και χάλυβα, τσιμέντου, χημικών και πετροχημικών και μεταφορές όπως ναυτιλία, αεροπορία, κ.ά.).
Πέραν της συμβολής του στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, η συμβολή του υδρογόνου αφορά και τη διασφάλιση της ενεργειακής ασφάλειας, ειδικά αν εξετάσουμε την τρέχουσα ενεργειακή κρίση, η οποία προκλήθηκε από την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία και επιδεινώθηκε στη συνέχεια από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή. Και τα δύο αυτά γεγονότα δείχνουν πόσο ευαίσθητο είναι το ενεργειακό κόστος και η ασφάλεια του εφοδιασμού ελλείψει διαφοροποίησης των ενεργειακών πηγών και, ταυτόχρονα, υπογραμμίζουν τη γεωπολιτική σημασία των καινοτόμων πράσινων τεχνολογιών όπως το υδρογόνο κατά τη μετάβαση προς ένα βιώσιμο ενεργειακό σύστημα. Για το λόγο αυτό, είναι απαραίτητο να συγκεντρωθούν οι υπεύθυνοι λήψης αποφάσεων από κυβερνήσεις, ρυθμιστικές αρχές, τεχνολογικούς παρόχους, φορείς εκμετάλλευσης, προμηθευτές και διεθνείς οργανισμούς όπως και από την κοινωνία των πολιτών και τις περιβαλλοντικές οργανώσεις, ώστε να δημιουργηθεί ένας γόνιμος διάλογος με αντικείμενο την ασφαλή ανάπτυξη του υδρογόνου και να μεγιστοποιηθεί η συμβολή του στην επίτευξη των στόχων της Συμφωνίας του Παρισιού.
Λαμβάνοντας υπόψη την κανονιστική πτυχή, με σκοπό δηλαδή την ανάπτυξη και τη λειτουργία της εγχώριας αγοράς υδρογόνου, καθώς και το διασυνοριακό εμπόριο, η ισχύουσα νομοθεσία πρέπει να προσαρμοστεί και να αναπτυχθεί περαιτέρω ώστε να αντιμετωπίζει την επεξεργασία και την έγχυση υδρογόνου σε δίκτυα φυσικού αερίου. Ως εκ τούτου, παράλληλα με τη χρήση των υφιστάμενων νόμων, οι ρυθμιστικές αρχές καταρτίζουν ένα ολοκληρωμένο κανονιστικό πλαίσιο που θα διέπει την παραγωγή, την αποθήκευση, τη μεταφορά, τη διανομή και τις σχετικές υποδομές υδρογόνου. Οι επερχόμενοι κανονισμοί θα ορίζουν επίσης κανόνες σχετικά με τη χρήση, την πώληση και την αγορά υδρογόνου χαμηλών εκπομπών άνθρακα.
Από οικονομικής άποψης, ένας κρίσιμος παράγοντας είναι το επίπεδο των επενδύσεων που θα χρειαστούν για την επέκταση της τεχνολογίας του υδρογόνου, ακόμη και αν δοθεί προτεραιότητα στην αναδιάρθρωση των δικτύων. Το κόστος επένδυσης για νέους αγωγούς υδρογόνου είναι 1,1 έως 1,5 φορές υψηλότερο από ό,τι για το φυσικό αέριο, ενώ το κόστος επένδυσης για την αναδιάρθρωση των υφιστάμενων αγωγών φυσικού αερίου σε καθαρό υδρογόνο είναι τρεις έως πέντε φορές χαμηλότερο από μια νέα επένδυση σε αγωγούς αφιερωμένους στο καθαρό υδρογόνο. Συνολικά, η μεταφορά υδρογόνου είναι δύο έως τρεις φορές πιο δαπανηρή από τη μεταφορά φυσικού αερίου.
Από κοινωνική άποψη, η αποδοχή του υδρογόνου εξαρτάται από διάφορους βασικούς παράγοντες, όπως η εμπιστοσύνη του κοινού στη βιομηχανία και την επιστήμη, η αποτελεσματική συμμετοχή του στη λήψη αποφάσεων, η γνώση και η ευαισθητοποίηση για τις τεχνολογίες υδρογόνου, η επικοινωνία σχετικά με τα οφέλη και τους κινδύνους από την αξιοποίησή του καθώς και η πρόληψη τυχόν δυσμενών οικονομικών και κοινωνικών επιπτώσεων. Στο πλαίσιο αυτό, οι εκστρατείες επικοινωνίας και ευαισθητοποίησης αποτελούν σημαντικά μέτρα για την ενίσχυση της γνώσης των κατοίκων σε περιφερειακό επίπεδο. Αυτά τα μέτρα μπορούν να ενισχύσουν τη συμμετοχή των πολιτών στη λήψη αποφάσεων σχετικά με τις διαδικασίες ανάπτυξης έργων υδρογόνου από τους κατασκευαστές και τις δημόσιες αρχές. Συνεπώς, χρειάζεται να διασφαλιστεί η συμμετοχή των πολιτών σε όλες τις σημαντικές εξελίξεις στην παραγωγή υδρογόνου και στην ανάπτυξη των υποδομών. Επιπλέον, είναι σημαντικό να ενσωματωθεί η συμβολή της κοινότητας στον σχεδιασμό για δημόσια χρηματοδοτούμενα έργα υδρογόνου. Στόχος είναι συνεπώς η μετάβαση από τη διαβούλευση στην ουσιαστική συμμετοχή, όπου οι πολίτες διαδραματίζουν κρίσιμο ρόλο στη συνδιαμόρφωση της μετάβασης.
Η Ελλάδα αναπτύσσει με γοργούς ρυθμούς μια πράσινη οικονομία υδρογόνου για να γίνει περιφερειακός ενεργειακός κόμβος, με στόχο την παραγωγή ενός εκατομμυρίου τόνων έως το 2040 και την ανάμειξη υδρογόνου στο δίκτυο φυσικού αερίου σε ποσοστό 5,6% έως το 2030. Επτά ελληνικά έργα φυσικού αερίου και υδρογόνου έχουν συμπεριληφθεί στο νέο δεκαετές σχέδιο ανάπτυξης (TYNDP 2026) των Ευρωπαϊκών Διαχειριστών Συστημάτων Μεταφοράς Φυσικού Αερίου (ENTSO-G). Προς το παρόν, οι ημερομηνίες υλοποίησης αυτών των έργων είναι θεωρητικές, δεδομένου ότι οι επενδύσεις σε πράσινο υδρογόνο έχουν καθυστερήσει στην Ευρώπη τα τελευταία χρόνια, ενώ η ανταγωνιστικότητά τους σε σύγκριση με το υδρογόνο από ορυκτά καύσιμα δεν έχει βελτιωθεί σημαντικά. Απομένει να φανεί αν οι νέες ενεργειακές κρίσεις θα δώσουν μεγαλύτερη ώθηση σε αυτά τα έργα.
Συνολικά, η ανάπτυξη της οικονομίας υδρογόνου σχετίζεται με πολλούς παράγοντες που δεν είναι εύκολα διαχειρίσιμοι, δεδομένων των προκλήσεων που μπορεί να εμφανιστούν στην πορεία προς την επίτευξη ενός ενεργειακού συστήματος χωρίς άνθρακα, μέρος του οποίου θα είναι η τεχνολογία υδρογόνου, ειδικά μετά την αποφασιστική αλλαγή στην ενεργειακή πολιτική χωρών όπως οι ΗΠΑ, οι οποίες δίνουν προτεραιότητα στην αυξημένη παραγωγή πετρελαίου, φυσικού αερίου και πυρηνικής ενέργειας, ενώ παράλληλα καταργούν τα κίνητρα για ΑΠΕ («drill,baby, drill»).






