Η νέα έκθεση του Green Tank καταδεικνύει ότι οι δύο μεγαλύτεροι βιομηχανικοί κλάδοι της χώρας βελτίωσαν αισθητά τις επιδόσεις τους, παρά το γεγονός ότι σε άλλους τομείς οι εκπομπές κινήθηκαν ανοδικά.
Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την έκθεση του Green Tank για τις τάσεις στο Σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών στην ΕΕ και την Ελλάδα 2005-2025, στην Ευρώπη οι εκπομπές των τεσσάρων τομέων ΣΕΔΕ (παραγωγή ηλεκτρισμού και θερμότητας, βιομηχανία, αερομεταφορές, ναυτιλία) παρέμειναν σχεδόν στάσιμες με τη μείωση στο 1,7%. Την ίδια ώρα, στην Ελλάδα οι εκπομπές του τομέα καύσης αυξήθηκαν λόγω ανόδου του ορυκτού αερίου, ενώ η χώρα καταγράφει την υψηλότερη συμβολή στις εκπομπές της ναυτιλίας στην ΕΕ. Στον αντίποδα, σημαντική μείωση σημειώθηκε στο ανθρακικό αποτύπωμα της ελληνικής τσιμεντοβιομηχανίας (-9.2%) και των διυλιστηρίων (-4.6%).
Αναλυτικά η Ελλάδα κατατάσσεται στην 8η θέση της ΕΕ, δύο θέσεις χαμηλότερα σε σχέση με πέρυσι, ως προς τη μείωση των εκπομπών από τους τομείς της παραγωγής ηλεκτρισμού και θερμότητας και της βιομηχανίας, μεταξύ του 2005 και του 2025 (-62.7%). Συγκριτικά με το 2024, η μείωση ήταν μόλις 1.8%. Παρά τον περαιτέρω περιορισμό του λιγνίτη, οι εκπομπές του τομέα καύσης αυξήθηκαν το 2025, φτάνοντας τους 15.9 εκατ. τόνους, λόγω της μεγάλης ανόδου στη χρήση ορυκτού αερίου. Οι μονάδες αερίου ευθύνονται πλέον για το 55% των εκπομπών του τομέα (8,8 εκατ. τόνοι CO₂). Πρώτη στην ΕΕ-27 στις εκπομπές της ναυτιλίας η Ελλάδα με 15.4 εκατ. τόνους, ποσότητα συγκρίσιμη με τις εκπομπές ολόκληρου του τομέα παραγωγής ηλεκτρισμού & θερμότητας (15.9 εκατ. τόνοι).
Η πιο ρυπογόνος εγκατάσταση το 2025 παραμένει ο λιγνιτικός σταθμός του Αγ. Δημητρίου (2.7 εκατ. τόνοι). Ακολούθησαν τρία διυλιστήρια, ενώ στην πέμπτη θέση κατατάχθηκε η πιο νέα μονάδα καύσης ορυκτού αερίου της χώρας (ΘΗΣ Αγ. Νικολάου ΙΙ).
Η μείωση στο ανθρακικό αποτύπωμα 5% μεταξύ 2024 και 2025 σημειώθηκε στο ανθρακικό αποτύπωμα της βιομηχανίας (11.7 εκατ. τόνοι), επίδοση σχεδόν δύο φορές καλύτερη του μέσου όρου της ΕΕ-27 (-2.6%) οφείλεται στην πρόοδο των δύο πιο ρυπογόνων βιομηχανικών κλάδων και ειδικότερα στην τσιμεντοβιομηχανία με την πτώση στο 9,2% και στα διυλιστήρια με την μείωση στο 4,6%. Μεγαλύτερη βελτίωση σημειώθηκε στον κλάδο παραγωγής τσιμέντου που περιόρισε το ανθρακικό του αποτύπωμα κατά 9.2% σε σχέση με το 2024, με αποτέλεσμα να πέσει για πρώτη φορά κάτω από 4 εκατ. τόνους CO₂.
Σύμφωνα με τους αναλυτές του The Green Tank, το γεγονός αυτό οφείλεται μερικώς στην ετήσια μείωση κατά 5.6% της παραγωγής τσιμέντου. Ωστόσο, η παραγωγή τσιμέντου το 2025 ήταν μεγαλύτερη από αυτή της περιόδου 2021–2023, έτη που είχαν μεγαλύτερο ανθρακικό αποτύπωμα από το 2025, στοιχείο που υποδηλώνει ότι έχουν γίνει παρεμβάσεις στις βιομηχανικές διεργασίες προκειμένου να μειωθεί το ανθρακικό αποτύπωμά τους. Η ποσοστιαία αυτή μείωση των εκπομπών της ελληνικής τσιμεντοβιομηχανίας ήταν η 4η υψηλότερη στην ΕΕ-27 πίσω από την αντίστοιχη της Ουγγαρίας (-17.2%) – η οποία όμως έχει μικρή παραγωγή, της Πορτογαλίας (-13.2%) και της Ρουμανίας (-10.8%), οι οποίες έχουν συγκρίσιμα επίπεδα παραγωγής με την Ελλάδα.
Ετήσια μείωση εκπομπών 4.6% πέτυχαν και τα διυλιστήρια που εξέπεμψαν 5.8 εκατ. τόνους το 2025 – η καλύτερη επίδοση της τελευταίας πενταετίας – παρά το γεγονός ότι ο δείκτης βιομηχανικής παραγωγής κυμάνθηκε στα ίδια επίπεδα με αυτά του 2024 σύμφωνα με τον Δείκτη Βιομηχανικής Παραγωγής της ΕΛΣΤΑΤ. Στην αντίθετη κατεύθυνση κινήθηκαν οι μικρότεροι βιομηχανικοί κλάδοι της χώρας όπως η ασβεστοποιία (+7.1%) και η παραγωγή αλουμινίου (+1.6%). Επίσης, αθροιστικά, όλοι οι υπόλοιποι βιομηχανικοί τομείς (κεραμοποιία, χαρτοποιία, λιπάσματα κλπ) αύξησαν τις εκπομπές τους κατά 2.6% τον τελευταίο χρόνο.






