Το παρόν άρθρο μετατοπίζει τη συζήτηση για τη σχέση ΤΝ και ενέργειας από τη διάγνωση του προβλήματος στη ρύθμισή του. Βασικό επιχείρημα είναι ότι η ανάπτυξη των κέντρων δεδομένων (data centers) δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ουδέτερη ψηφιακή επένδυση, αλλά πρέπει να υπαχθεί σε σαφείς όρους ενεργειακού, χωροταξικού και κοινωνικού σχεδιασμού. Το ερώτημα δεν είναι συνεπώς αν η χώρα θα φιλοξενήσει τέτοιες υποδομές, αλλά με ποιους κανόνες, ποια προτεραιότητα και ποια ανταπόδοση προς την κοινωνία.
Ρύθμιση: ευρωπαϊκή και εγχώρια εμπειρία
Η Ελλάδα διαθέτει ήδη ειδικό θεσμικό πλαίσιο για τα data centers, καθώς ο Ν. 5069/2023 ρυθμίζει τους όρους δόμησης, τις επιτρεπόμενες χρήσεις γης και τις σχετικές χωροταξικές και πολεοδομικές παραμέτρους. Αυτό όμως δεν συνιστά ακόμη ολοκληρωμένη δημόσια στρατηγική. Η χώρα εξακολουθεί να στερείται ενός ενιαίου πλαισίου πολιτικής που να συνδέει data centers, ενέργεια, χωροταξία, υδατικούς πόρους και βιομηχανική πολιτική, την ώρα που σε ευρωπαϊκό επίπεδο έχουν ήδη θεσπιστεί υποχρεώσεις συστηματικής αναφοράς για την κατανάλωση ενέργειας, νερού και βασικών δεικτών βιωσιμότητας των μεγάλων data centers.
Το ευρωπαϊκό πλαίσιο, μάλιστα, δεν περιορίζεται πλέον στη συλλογή στοιχείων, αλλά κινείται προς αυστηρότερα κριτήρια ενεργειακής αποδοτικότητας και χρήσης πόρων. Η προσέγγιση αυτή βρίσκεται στον αντίποδα της ισχύουσας πρακτικής στη χώρα μας που εξαντλείται σε μια αποσπασματική αδειοδότηση επιμέρους έργων, χωρίς επαρκή εκτίμηση σωρευτικών επιπτώσεων και ιεράρχηση των προτεραιοτήτων πολιτικής. Η εμπειρία της Ιρλανδίας δείχνει ότι το κράτος είναι εφικτό και αναγκαίο να διαδραματίσει ενεργό ρόλο σχετικά με τους στόχους και τους όρους ανάπτυξης υποδομών στο πλαίσιο του χωροταξικού του σχεδιασμού.
Από την άνευ όρων προσέλκυση επενδύσεων στην αδειοδότηση με όρους βιώσιμης ανάπτυξης
Η συζήτηση δεν πρέπει να εξαντλείται στο αν τα data centers φέρνουν επενδύσεις, αλλά με ποιους όρους υλοποιούνται, αν αυτοί συνάδουν με τους στόχους βιώσιμης ανάπτυξης και δίκαιης ενεργειακής μετάβασης και ποιο μέρος του κόστους τους μετακυλίεται στο σύστημα και στην κοινωνία. Υπενθυμίζεται ότι οι επενδύσεις νέας γενιάς που έχουν ανακοινωθεί στην Ελλάδα θα μπορούσαν, να φτάσουν εγκατεστημένη ισχύ περίπου 533 MW και να καταναλώνουν σε ετήσια βάση ηλεκτρική ενέργεια ισοδύναμη σχεδόν με το 7% της σημερινής κατανάλωσης της χώρας. Τέτοια επίπεδα δεν συνιστούν επομένως μια αμελητέα κατανάλωση, αλλά ένα νέο δεδομένο που αγγίζει τον ίδιο τον πυρήνα του ενεργειακού σχεδιασμού της χώρας και τη διαχείριση κρίσιμων πόρων όπως το νερό. Γι’ αυτό το κράτος πρέπει άμεσα να περάσει από την άνευ όρων προσέλκυση επενδύσεων στην αδειοδότηση με όρους δημόσιου συμφέροντος διασφαλίζοντας κατ’ ελάχιστον ότι αξιολογούνται:
- το φορτίο που προστίθεται στο σύστημα,
- οι απαιτήσεις από το δίκτυο,
- το ενεργειακό και υδατικό αποτύπωμα,
- τα αντισταθμιστικά οφέλη και οι δημόσιες υποχρεώσεις κάθε εγκατάστασης.
Η ιρλανδική εμπειρία είναι και εδώ διδακτική. Η Ρυθμιστική Αρχή Υπηρεσιών Κοινής Ωφέλειας της Ιρλανδίας (CRU) αποφάσισε ότι τα νέα data centers που συνδέονται στο δίκτυο θα πρέπει να συνοδεύονται από τοπική ή επιτόπια παραγωγή και/ή αποθήκευση ισχύος αντίστοιχης με τη μέγιστη ζητούμενη ικανότητα εισαγωγής, να καλύπτουν τουλάχιστον το 80% της ετήσιας κατανάλωσής τους από πρόσθετα έργα ΑΠΕ στην Ιρλανδία και να εξετάζεται εάν η χωροθέτηση τους πραγματοποιείται σε περιοχές με περιορισμούς ή διαθέσιμη χωρητικότητα στο δίκτυο. Ως αποτέλεσμα, διασφαλίζεται ότι τα data centers στην Ιρλανδία δεν λειτουργούν απλώς ως νέα μεγάλα φορτία που αντλούν ενέργεια από το δίκτυο, αλλά υποχρεώνονται να συμβάλλουν στην κάλυψη της κατανάλωσής τους και να χωροθετούνται εκεί όπου το σύστημα μπορεί πράγματι να τα υποστηρίξει.
Τέσσερις άξονες για ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο ρύθμισης
Ένα συνεκτικό πλαίσιο για τα data centers μπορεί να οργανωθεί γύρω από τέσσερις άξονες.
- Ο πρώτος άξονας αφορά τη διασφάλιση ενιαίου εθνικού σχεδιασμού. Η χώρα χρειάζεται Εθνικό Σχέδιο Υπολογιστικής Ισχύος με ορίζοντα το 2030, συνδεδεμένο με τον ενεργειακό, χωροταξικό, βιομηχανικό και υδατικό σχεδιασμό. Χρειάζεται να εξεταστούν σενάρια ζήτησης, να προσδιοριστούν πόσα μεγάλα φορτία μπορεί να σηκώσει το σύστημα, σε ποιες ζώνες, με ποιες ενισχύσεις και με ποιες προτεραιότητες. Αυτός ο σχεδιασμός δεν μπορεί παρά να είναι δημόσιος, να επικαιροποιείται τακτικά και να ενσωματώνει εκ των προτέρων τις επιπτώσεις των data centers στην επάρκεια ισχύος, στη σταθερότητα του δικτύου και στη διάθεση κρίσιμων πόρων. Χωρίς τον εν λόγω σχεδιασμό, η χώρα κινδυνεύει να λειτουργήσει ως απλός υποδοχέας ζήτησης χωρίς να αποφασίζει στρατηγικά για το είδος και το όφελος των υποδομών που φιλοξενεί.
- Ο δεύτερος άξονας είναι οι ενεργειακοί και δικτυακοί όροι. Εδώ το θεμελιώδες ζήτημα είναι ότι οι χρεώσεις δικτύου δεν μπορούν να λειτουργούν ως έμμεσος μηχανισμός επιδότησης μεγάλων φορτίων. Ο Οργανισμός Συνεργασίας των Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας (ACER) έχει υπογραμμίσει ότι οι μεθοδολογίες καθορισμού των τιμολογίων δικτύου πρέπει να είναι κοστοστρεφείς, διαφανείς και να εφαρμόζονται χωρίς διακρίσεις. Αυτό σημαίνει, στην πράξη, σαφή εφαρμογή της αρχής της πρόκλησης κόστους, ώστε οι ενισχύσεις που απαιτούνται λόγω ενός μεγάλου έργου να μην κοινωνικοποιούνται αδιαφανώς. Σημαίνει επίσης χρεώσεις δεσμευμένης ισχύος, αυστηρούς όρους σύνδεσης και δυνατότητα επιβολής πρόσθετων απαιτήσεων σε έργα που δεσμεύουν σημαντική χωρητικότητα χωρίς να τη χρησιμοποιούν σταθερά. Παράλληλα, οι μεγάλες εγκαταστάσεις πρέπει να υποχρεώνονται σε ρήτρες ενεργειακής ευελιξίας, αποθήκευσης και συμμετοχής σε μηχανισμούς απόκρισης ζήτησης. Το ίδιο το Υπουργείο Ενέργειας των ΗΠΑ έχει αναγνωρίσει ότι τα data centers μπορούν να λειτουργήσουν ως πηγές ευελιξίας, εφόσον είναι γνωστά τα χαρακτηριστικά του φορτίου, του τοπικού εφοδιασμού και της δυνατότητας χρονικής ή γεωγραφικής μετατόπισης λειτουργιών. Τα data centers μπορούν δηλαδή να σχεδιάζονται έτσι ώστε να προσαρμόζουν μέρος της λειτουργίας τους όταν το σύστημα πιέζεται, αντί να επιβαρύνουν σταθερά το δίκτυο σε κάθε χρονική στιγμή.
- Ο τρίτος άξονας είναι η χωροταξία και τα όρια κορεσμού. Η Αττική δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως απεριόριστος υποδοχέας ψηφιακών υποδομών. Η χωροθέτηση των data centers πρέπει να περάσει από μια λογική αποσπασματικών εγκρίσεων σε ένα μοντέλο ζωνών, με δυνατότητα κήρυξης «ψηφιακού κορεσμού» όπου το δίκτυο, το νερό ή η σωρευτική πίεση έχουν φτάσει στα όριά τους. Ταυτόχρονα, μπορούν να δημιουργηθούν κίνητρα για περιοχές Δίκαιης Μετάβασης, όπου υπάρχουν διαφορετικές δυνατότητες ισχύος, γης και περιφερειακής ανασυγκρότησης. Η χωροθέτηση δεν είναι δευτερεύον ζήτημα. Όπως επισημαίνει και η μελέτη του 1830lab, συνιστά από τα κρισιμότερα εργαλεία ρύθμισης του ενεργειακού αντικτύπου ενός data center, ακριβώς επειδή η τοποθεσία του καθορίζει την επιβάρυνση του δικτύου μεταφοράς και διανομής και επηρεάζει την ικανότητα απορρόφησης ΑΠΕ. Όσο το ισοζύγιο ανάμεσα στην κοινωνική αξία αυτών των επενδύσεων και στην ενεργειακή επιβάρυνση που προκαλούν παραμένει θολό, η χώρα οφείλει να τις δέχεται με σαφή κριτήρια που να συνάδουν με τους στόχους της βιώσιμης ανάπτυξης.
- Ο τέταρτος άξονας είναι το δημόσιο όφελος, η διαφάνεια και η ψηφιακή κυριαρχία. Η υποχρεωτική αναφορά στοιχείων στην ευρωπαϊκή βάση δεδομένων είναι ένα στοιχειώδες πρώτο βήμα. Η Ελλάδα μπορεί και πρέπει να προχωρήσει παραπέρα, δημιουργώντας Εθνικό Παρατηρητήριο Πόρων και Υπολογιστικής Ισχύος με δημόσια πρόσβαση σε βασικά στοιχεία για κατανάλωση ενέργειας, νερού, ισχύ σύνδεσης και όρους τροφοδοσίας. Η χρηματοδότηση ενός τέτοιου Παρατηρητηρίου θα μπορούσε να καλύπτεται, εν όλω ή εν μέρει, από ειδικό τέλος ή ρυθμιστική εισφορά στα μεγάλα data centers, κλιμακούμενη ανάλογα με την ισχύ σύνδεσης, την κατανάλωση ενέργειας και το υδατικό τους αποτύπωμα. Επιπλέον, για τις μεγαλύτερες εγκαταστάσεις απαιτείται η θέσπιση υποχρεώσεων δημόσιας ωφέλειας όπως η δεσμευτική διάθεση μέρους της υπολογιστικής ισχύος σε πανεπιστήμια, δημόσιες υπηρεσίες, στην έρευνα και σε νεοφυείς επιχειρήσεις, καθώς και η εισαγωγή ρήτρων ψηφιακής κυριαρχίας για τη φορητότητα δεδομένων, την ευρωπαϊκή δικαιοδοσία κρίσιμων δεδομένων και τη γεωπολιτική ανθεκτικότητα. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, με το ψήφισμά του της 22ας Ιανουαρίου 2026, υπογράμμισε την ανάγκη μείωσης των στρατηγικών εξαρτήσεων από μη ευρωπαϊκούς παρόχους σε τομείς όπως το cloud, οι ημιαγωγοί και η TN. Παράλληλα, η ΕΕ αναπτύσσει ήδη δημόσιες και μεικτές υπολογιστικές υποδομές, όπως τα AI Factories της EuroHPC, ενώ η ελληνική υποδομή PHAROS και ο υπερυπολογιστής DAEDALUS κινούνται ακριβώς προς αυτή την κατεύθυνση, παρέχοντας πρόσβαση σε νεοφυείς επιχειρήσεις, ΜμΕ, ερευνητές και δημόσιους φορείς.
Η ρύθμιση είναι πολιτική επιλογή
Η ρύθμιση διαμορφώνει, συνεπώς, ένα πλαίσιο για βιώσιμες κοινωνικά και περιβαλλοντικά επενδύσεις. Επικοινωνεί στους επενδυτές τον τρόπο με τον οποίο μια χώρα αποφασίζει ποιες υποδομές θέλει, πού τις χωροθετεί και ποιο δημόσιο όφελος αναμένει από αυτές. Με τον τρόπο αυτό, η εθνική πολιτική ευθυγραμμίζεται με συγκεκριμένες διεθνείς και ευρωπαϊκές κατευθύνσεις, όπως ο Κανονισμός Ταξινομίας της ΕΕ για τις βιώσιμες επενδύσεις και τα πρότυπα ESG, τα οποία αποδίδουν αυξανόμενη σημασία στη διαφάνεια, στη συγκρισιμότητα των στοιχείων και στη δημιουργία μετρήσιμης κοινωνικής και περιβαλλοντικής αξίας.
Χωρίς ενεργό δημόσια παρέμβαση, παράγοντες όπως η ισχύς, το δίκτυο, το νερό και τα δεδομένα θα κατανέμονται προς όφελος των ισχυρότερων. Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι να έχουμε όσο το δυνατόν περισσότερα data centers, αλλά εκείνα που εντάσσονται σε συνεκτική εθνική στρατηγική, με σαφείς ενεργειακούς, χωρικούς και κοινωνικούς όρους. Για τον μέσο πολίτη, το πραγματικό ερώτημα είναι αν αυτές οι επενδύσεις θα γίνουν με τρόπο που να μη «φουσκώνει» έμμεσα το ενεργειακό κόστος, να μην επιβαρύνει δυσανάλογα το δίκτυο και την κατανάλωση νερού και να επιστρέφει μετρήσιμο όφελος στην κοινωνία.
Η ρύθμιση, αν και απολύτως αναγκαία, δεν συνιστά από μόνη της επαρκή συνθήκη για τη μεγιστοποίηση της δημόσιας ωφέλειας των υποδομών της ΤΝ. Ζητούμενο δεν είναι μόνο να περιοριστούν οι κίνδυνοι, αλλά να διαμορφωθεί ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο για μια δημοκρατική ΤΝ. Στο πλαίσιο αυτό, η υπολογιστική ισχύς, τα δεδομένα και οι ψηφιακές υποδομές δεν οργανώνονται αποκλειστικά με ιδιωτικοοικονομικούς όρους και με βάση τον γεωπολιτικό ανταγωνισμό, αλλά με κριτήρια ισότητας, αυτονομίας και κυριαρχίας. Αυτό σημαίνει ουσιαστική πρόσβαση και δικαιώματα, κοινωνικό και δημοκρατικό έλεγχο πάνω στα δεδομένα και στις ψηφιακές υποδομές, καθώς και δυνατότητα των κοινωνιών και των κρατών να καθορίζουν τους κανόνες της ψηφιακής μετάβασης με όρους δικαιοσύνης, δημοκρατίας και στρατηγικής αυτονομίας.
Κώστας Μυλωνάς, Research Engineer – Energy Systems, MSc Energy Science & Technology – Άρθρο στο Ινστιτούτο ΕΝΑ






