Τον Δεκέμβριο του 2025 τα πράσινα τιμολόγια εξακολουθούσαν να καλύπτουν το 58% των οικιακών μετρητών δηλαδή 3,45 εκατομμύρια μετρητές επί συνόλου 5,94 εκατομμυρίων παρότι ήταν κατά μέσο όρο 27,3% ακριβότερα από τα κίτρινα.
Σύμφωνα με τη μελέτη του Green Tank όσοι καταναλωτές προτίμησαν να παραμείνουν στο πράσινο τιμολόγιο τη διετία 2024-2025 έχουν πληρώσει 58,3 ευρώ/MWh περισσότερα σε σχέση με το κίτρινο. Μάλιστα τα πράσινα τιμολόγια εμφάνισαν τις μεγαλύτερες διακυμάνσεις και παρέμειναν ακριβότερα σχεδόν σε όλη τη διάρκεια της διετίας, παρά το γεγονός ότι θεωρητικά ο τρόπος υπολογισμού τους θα έπρεπε να λειτουργεί εξομαλυντικά.
Συγκεκριμένα, η μέση μηνιαία συνολική τιμή για το μέσο ελληνικό νοικοκυριό στα πράσινα τιμολόγια κυμάνθηκε από 142,3 ευρώ/MWh έως 227,7 ευρώ/MWh. Αντίθετα, στα κίτρινα τιμολόγια η αντίστοιχη διακύμανση ήταν αισθητά χαμηλότερη, από 114,6 ευρώ/MWh έως 181,4 ευρώ/MWh. Τα μπλε σταθερά τιμολόγια εμφάνισαν τις μικρότερες μεταβολές, με μέση τιμή μεταξύ 154,5 ευρώ/MWh και 211,4 ευρώ/MWh, αν και το εύρος ανάμεσα στα φθηνότερα και ακριβότερα προϊόντα παρέμεινε μεγάλο.
Χαρακτηριστικό είναι πάντως ότι τα πράσινα τιμολόγια, παρά τον μηχανισμό υπολογισμού τους που λαμβάνει υπόψη όχι μόνο τη χονδρεμπορική τιμή του προηγούμενου μήνα αλλά και εκείνη του προ-προηγούμενου, εμφάνισαν τελικά μεγαλύτερη μεταβλητότητα από τα κίτρινα. Θεωρητικά θα έπρεπε να συμβαίνει το αντίθετο, καθώς η σύνδεσή τους με μεγαλύτερο χρονικό εύρος τιμών χονδρεμπορικής αγοράς θα μπορούσε να λειτουργεί αποσβεστικά στις αυξομειώσεις.
Στην πράξη όμως, οι καταναλωτές βρέθηκαν να πληρώνουν αισθητά ακριβότερα την «πράσινη» επιλογή. Το 2024 το μέσο πράσινο τιμολόγιο ξεπέρασε κατά 3,5% το μέσο μπλε και κατά 20,3% το μέσο κίτρινο τιμολόγιο. Σε ότι αφορά το 2025 το μέσο πράσινο τιμολόγιο ήταν κατά 23,1% ακριβότερο από το μπλε και κατά 34,3% ακριβότερο από το κίτρινο. Σε ορίζοντα ολόκληρης της διετίας, τα πράσινα τιμολόγια, μαζί με τα πάγια, αποδείχθηκαν κατά μέσο όρο 13,3% ακριβότερα από τα μπλε και 27,3% ακριβότερα από τα κίτρινα.
Παρά τα στοιχεία αυτά, τα κίτρινα τιμολόγια παρέμειναν ουσιαστικά στάσιμα σε επίπεδο διείσδυσης, καλύπτοντας περίπου το 14% της αγοράς από τον Αύγουστο του 2024 και μετά, δηλαδή περίπου 840.000 μετρητές. Αντίθετα, οι καταναλωτές που εγκατέλειψαν τα πράσινα στράφηκαν κυρίως στα μπλε σταθερά τιμολόγια, παρά το γεγονός ότι ήταν ακριβότερα από τα κίτρινα.
Το αποτέλεσμα ήταν το μερίδιο των μπλε τιμολογίων να σχεδόν τετραπλασιαστεί μέσα σε 16 μήνες, από 7,7% τον Αύγουστο του 2024 σε 27,8% τον Δεκέμβριο του 2025, καθώς οι καταναλωτές φαίνεται ότι προτίμησαν τη σταθερότητα έναντι του χαμηλότερου κόστους.
Σύμφωνα με το the Green Tank τα στοιχεία αυτά αναδεικνύουν το έλλειμμα ενημέρωσης των πολιτών γύρω από τον τρόπο λειτουργίας της λιανικής αγοράς στην Ελλάδα το οποίο οδηγεί σε σημαντική οικονομική επιβάρυνσή τους.
Σύμφωνα με το Green Tank, η εικόνα αυτή αναδεικνύει τόσο το έλλειμμα ενημέρωσης των πολιτών γύρω από τον τρόπο λειτουργίας της λιανικής αγοράς ηλεκτρισμού όσο και τη χαμηλή κινητικότητα των καταναλωτών μεταξύ διαφορετικών τύπων τιμολογίων και παρόχων. Όπως επισημαίνεται, μεγάλο μέρος των καταναλωτών παραμένει στα πράσινα τιμολόγια λόγω αδράνειας, ενώ τα μπλε σταθερά προϊόντα προωθούνται πολύ πιο έντονα από τους προμηθευτές σε σχέση με τα κίτρινα κυμαινόμενα τιμολόγια.
Πάντως, σύμφωνα με την έκθεση του Green Tank, η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις ακριβότερες χώρες της ΕΕ στη λιανική αγορά ηλεκτρισμού ως προς το ανταγωνιστικό σκέλος των τιμολογίων. Το 2025 ήταν η πιο ακριβή χώρα της ΕΕ με βάση την αγοραστική δύναμη των καταναλωτών και η τρίτη ακριβότερη σε ονομαστικές τιμές, με τη μελέτη να αποδίδει τις υψηλές τιμές κυρίως στη στενή σύνδεση λιανικής και χονδρεμπορικής αγοράς και στην αυξημένη χρήση ορυκτού αερίου






