Η πραγματικότητα είναι αμείλικτη. Τα ελληνικά νοικοκυριά, σύμφωνα με μελέτη της διαΝΕΟσις, σε συνεργασία με το ΙΟΒΕ, δαπανούν το 35,5% του εισοδήματός τους μόνο για στεγαστικές ανάγκες, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος βρίσκεται στο 19,2%. Την ίδια στιγμή, ο πληθωρισμός στην Ελλάδα διαμορφώθηκε στο 4,6% τον Απρίλιο του 2026 σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, σημαντικά υψηλότερος από τον μέσο όρο της ευρωζώνης.
Αυτή είναι η «κανονικότητα» που υποσχέθηκε ο Κυριάκος Μητσοτάκης.
Μια χώρα όπου οι εργαζόμενοι αδυνατούν να νοικιάσουν σπίτι χωρίς να θυσιάσουν τον μισό μισθό τους. Μια χώρα όπου οι νέοι εγκαταλείπουν κάθε προοπτική ανεξαρτησίας και παραμένουν εγκλωβισμένοι στο πατρικό σπίτι μέχρι τα 30 και τα 35. Μια χώρα όπου η ακρίβεια εξανεμίζει τους μισθούς πριν τελειώσει ο μήνας.
Κι όμως, ο πρωθυπουργός συνεχίζει να μιλάει για ένα νέο «συμβόλαιο αποτελεσματικότητας», υποστηρίζοντας ότι στις προηγούμενες κυβερνητικές θητείες του εκπλήρωσε δήθεν ένα «συμβόλαιο αλήθειας».
Ποια αλήθεια ακριβώς;
Η αλήθεια των ενοικίων που αυξάνονται κατά 7,6%;
Η αλήθεια του πετρελαίου θέρμανσης που εκτινάχθηκε πάνω από 53%;
Η αλήθεια των λογαριασμών ρεύματος, των καυσίμων και των τροφίμων που γονατίζουν τα νοικοκυριά;
Γιατί η πραγματική εικόνα της χώρας δεν έχει καμία σχέση με τα κυβερνητικά πανηγύρια. Η Ελλάδα της Νέας Δημοκρατίας είναι μια χώρα όπου η ακρίβεια έγινε μόνιμο καθεστώς και η στέγη είδος πολυτελείας.
Και το πιο προκλητικό είναι ότι η κυβέρνηση εξακολουθεί να μην αγγίζει τις βασικές αιτίες του προβλήματος. Ο ΦΠΑ και οι ειδικοί φόροι κατανάλωσης παραμένουν στα ύψη, παρά το γεγονός ότι ακόμα και ένας πρωτοετής φοιτητής οικονομικών γνωρίζει πως σε περιβάλλον υψηλού πληθωρισμού οι έμμεσοι φόροι εντείνουν την ακρίβεια.
Ο ίδιος ο πρωθυπουργός εμφανίζεται δήθεν «θυμωμένος» με τον πληθωρισμό, αλλά αποφεύγει να λάβει ουσιαστικά μέτρα αντιμετώπισής του. Αντί για ελέγχους στην αγορά και παρεμβάσεις απέναντι στα καρτέλ, η κυβέρνηση επιλέγει επιδόματα προσωρινής ανακούφισης που τελικά επιστρέφουν στην αγορά μέσω νέων ανατιμήσεων.
Η πολιτική αυτή όχι μόνο δεν λύνει το πρόβλημα, αλλά το αναπαράγει.
Και ενώ οι πολίτες ασφυκτιούν, το Μαξίμου συνεχίζει να μιλά για «θετικούς δείκτες» και «επενδυτική εμπιστοσύνη».
Όμως η κοινωνία δεν ζει με δείκτες. Ζει με μισθούς, λογαριασμούς και ενοίκια. Και σε όλα αυτά, η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει αποτύχει παταγωδώς.
Γιατί η αλήθεια που βιώνουν σήμερα οι πολίτες είναι απλή: η Ελλάδα μπορεί να εμφανίζεται ως success story στις παρουσιάσεις της κυβέρνησης, αλλά στην καθημερινότητα εξελίσσεται σε μια χώρα όπου η αξιοπρεπής διαβίωση γίνεται όλο και πιο απρόσιτη για τη μεγάλη πλειοψηφία.





