Οι σχετικές παρεμβάσεις δεν αποκλείεται να παρουσιαστούν από τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη τη Δευτέρα 16 Μαρτίου στο Κέντρο Πολιτισμού Σταύρος Νιάρχος, στο πλαίσιο εκδήλωσης του υπουργείου Ανάπτυξης για τον παραγωγικό μετασχηματισμό της οικονομίας. Όπως δήλωσε χθες ο υπουργός Ανάπτυξης Τάκης Θεοδωρικάκος οι σχετικές αποφάσεις βρίσκονται σε επίπεδο πρωθυπουργού. Άλλωστε και ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Κωστής Χατζηδάκης είχε δηλώσει πρόσφατα ότι είναι θέμα ημερών η ανακοίνωση των κυβερνητικών παρεμβάσεων για την αντιμετώπιση του υψηλού ενεργειακού κόστους της ελληνικής βιομηχανίας.
Πρέπει να σημειωθεί ότι το θέμα συζητείται σε επίπεδο Κομισιόν κυρίως από τον υφυπουργό Ενέργειας Νίκο Τσάφο και είναι γνωστό ότι οι συζητήσεις με τις Βρυξέλλες είναι μακρές και απαιτητικές, καθώς κάθε μέτρο στήριξης της βιομηχανίας οφείλει να ευθυγραμμίζεται με το ευρωπαϊκό πλαίσιο κρατικών ενισχύσεων.
Το ζήτημα έχει αναδείξει με έμφαση ο πρόεδρος του ΣΕΒ, Σπύρος Θεοδωρόπουλος, υπογραμμίζοντας ότι ενώ το ενεργειακό κόστος για τα νοικοκυριά βρίσκεται χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, η βιομηχανία επιβαρύνεται σημαντικά περισσότερο. Σύμφωνα με τον ίδιο το πρόβλημα δεν είναι αποκλειστικά ελληνικό αλλά ευρωπαϊκό, ωστόσο επηρεάζει δυσανάλογα την εγχώρια παραγωγή, περιορίζοντας τη δυνατότητα νέων επενδύσεων και επέκτασης υφιστάμενων μονάδων. Ενώ χθες μιλώντας σε συνέδριο επανέλαβε ότι το ενεργειακό κόστος αποτελεί ήδη διαρθρωτικό πρόβλημα για την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας. «Το ενεργειακό κόστος δεν έγινε πρόβλημα με την κρίση, ήταν ήδη υψηλό», σημείωσε. «Η Ευρώπη είναι από τις ακριβότερες περιοχές στον κόσμο στην ηλεκτρική ενέργεια και η Ελλάδα από τις ακριβότερες χώρες της Ευρώπης». «Δεν είναι δυνατόν να μιλάμε για ανταγωνιστικότητα όταν το ρεύμα είναι 10% έως και 100% ακριβότερο από ό,τι σε όμορες χώρες», τόνισε, εκφράζοντας την προσδοκία ότι θα υπάρξουν παρεμβάσεις πολιτικής για την αντιμετώπιση του προβλήματος. «Θέλω να πιστεύω ότι θα υπάρξουν κάποια μέτρα», είπε. Πάντως, το λεγόμενο «ιταλικό μοντέλο» που είχε προταθεί από τη βιομηχανία ως λύση για την αντιμετώπιση του ενεργειακού κόστους φαίνεται ότι δεν προχωρά. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το συγκεκριμένο μοντέλο εμπίπτει στους περιορισμούς των κανόνων περί κρατικών ενισχύσεων. Άλλωστε ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρος Παπασταύρου έχει ξεκαθαρίσει ότι η Ελλάδα θα κινηθεί σε πλήρη συμμόρφωση με το ευρωπαϊκό πλαίσιο, σημειώνοντας χαρακτηριστικά ότι «δεν αυτενεργούμε και δεν αυτονομούμαστε».
Μεταξύ των μέτρων που εκτιμάται ότι θα περιλαμβάνονται στο πακέτο παρεμβάσεων είναι η ενίσχυση της αποζημίωσης των μεγάλων ενεργοβόρων βιομηχανιών μέσω του μηχανισμού αντιστάθμισης του κόστους των εκπομπών CO₂. Υπενθυμίζεται ότι για το έτος 2023 η Ελλάδα διέθεσε για τον σκοπό αυτό περίπου 287 εκατ. ευρώ.
Όπως είναι γνωστό ένα σημαντικό ζήτημα που σχετίζεται με την αντιστάθμιση και βρίσκεται σε διαπραγμάτευση με την Επιτροπή είναι η μείωση που θα επέλθει από το 2027 (για το έτος 2026) στην αποζημίωση εξ αιτίας της μείωσης του ανθρακικού αποτυπώματος της χώρας. Όπως έχει δηλώσει ο κ. Τσάφος, με τους νέους κανονισμούς της ΕΕ, ο συντελεστής ανθρακικού αποτυπώματος από 0,73 που είναι σήμερα περιορίζεται στο 0,58 εξ’ αιτίας της απολιγνιτοποίησης. Στόχος της τρέχουσας διαπραγμάτευσης με την Κομισιόν είναι η μείωση της αντιστάθμισης να είναι μικρότερη από τα 17 εκατ. ευρώ, δηλαδή να ανέβει ο συντελεστής υψηλότερα από το 0,64.
Επίσης εκτιμάται ότι θα αξιοποιηθεί για την ενίσχυση της βιομηχανίας το νέο πλαίσιο κρατικών ενισχύσεων μέσω CISAF το οποίο θα αφορά κυρίως τις μεσαίες βιομηχανίες, ενώ στο πακέτο θα ενταχθούν και τα διμερή συμβόλαια (PPAs).






