Σούπερ Μάρκετ: Η σωρευτική πίεση από ενέργεια και πληθωρισμό «φρενάρει» την καταναλωτική ψυχολογία

Σούπερ Μάρκετ: Η σωρευτική πίεση από ενέργεια και πληθωρισμό «φρενάρει» την καταναλωτική ψυχολογία
Παρασκευή, 13/03/2026 - 08:06

Στο +6,1% κινείται το οργανωμένο λιανεμπόριο τροφίμων στο πρώτο δίμηνο του 2026, με τη συνολική αγορά FMCG να καταγράφει αύξηση πωλήσεων 4,9%.

Παρά τη θετική πορεία των πωλήσεων και τους θετικούς όγκους, η έντονη μεταβλητότητα της αγοράς και οι γεωπολιτικές και οικονομικές εξελίξεις περιορίζουν την ορατότητα για την πορεία της χρονιάς. Το κλίμα αυτό αποτυπώθηκε και στις τοποθετήσεις στελεχών του κλάδου στη γενική συνέλευση του ECR Hellas. Από την πλευρά των λιανεμπόρων, ο διευθύνων σύμβουλος της Δ. Μασούτης και πρόεδρος του ECR Hellas, Θοδωρής Γεροστεργιούδης, επισήμανε ότι ο κλάδος λειτουργεί σε ένα περιβάλλον έντονης αβεβαιότητας, καθώς οι εξελίξεις σε πληθωρισμό και επιτόκια παραμένουν απρόβλεπτες, ενώ και η εφαρμογή του πλαφόν στο περιθώριο κέρδους δημιουργεί πρόσθετους προβληματισμούς για τις επιχειρήσεις.

Σύμφωνα με τα στοιχεία έρευνας της NielsenIQ, που παρουσίασε ο Αλέξανδρος Φλώρος, Retail Vertical Leader για το Mediterranean cluster της εταιρείας, η εικόνα για το 2026 παραμένει ακόμη περιορισμένη, καθώς τα διαθέσιμα στοιχεία αφορούν μόνο τους δύο πρώτους μήνες της χρονιάς. Τα δεδομένα έως την 1η Μαρτίου δείχνουν ότι το οργανωμένο λιανεμπόριο κινείται ανοδικά, με το year-to-date ποσοστό ανάπτυξης να διαμορφώνεται στο 6,1%. Ωστόσο, η πορεία της αγοράς εμφανίζει έντονες εβδομαδιαίες διακυμάνσεις. Όπως επισημάνθηκε στην παρουσίαση, οι πρώτες εβδομάδες του έτους επηρεάζονται έντονα από εποχικούς παράγοντες, γι’ αυτό και οι περίπου 100 πρώτες ημέρες θεωρούνται κρίσιμες για να φανεί αν η αγορά θα διατηρήσει τη δυναμική της.

Παρά την ανάπτυξη της αγοράς, η καταναλωτική ψυχολογία παραμένει ιδιαίτερα πιεσμένη. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν, το 52% των καταναλωτών δηλώνει ότι βρίσκεται σε χειρότερη οικονομική κατάσταση σε σχέση με πριν έναντι 32% παγκοσμίως, Το 63% αναφέρει ότι διαθέτει εισόδημα μόνο για τις βασικές ανάγκες ενώ μόλις το 3% αναφέρει ότι μπορεί να ξοδεύει ελεύθερα. Η εικόνα αυτή συνδέεται και με τη σωρευτική επιβάρυνση των τιμών, καθώς η μέση πληθωριστική επίδραση στην Ελλάδα την περίοδο 2004-2025 φτάνει το 48,8%.

Σύμφωνα με τον κ. Φλώρο, Το μεγαλύτερο σοκ που υπέστη ο κλάδος το 2020 και τα επόμενα χρόνια ήταν ο πληθωρισμός. «Παρότι περάσαμε ένα σχετικά μεγάλο διάστημα αποπληθωρισμού, επομένως οι τιμές κινούνταν σε αρνητικά επίπεδα εξέλιξης, είδαμε το 2022 ότι υπήρξε μία σημαντική αύξηση, ένα σοκ πληθωρισμού. Και όλοι ελπίζαμε ότι αυτό θα αφορούσε μόνο το 2022 και ότι σιγά-σιγά θα γινόταν μία εξομάλυνση, η οποία θα έφτανε το 2025 στα επίπεδα του 2,6%» σημείωσε.

Σημαντική πίεση συνεχίζει να ασκεί και το ενεργειακό κόστος. Όπως είπε χαρακτηριστικά «αν το κάνουμε λίγο πιο συγκεκριμένο — και είναι αρκετά επίκαιρο σήμερα — μπορούμε να δούμε την ενέργεια με τον ίδιο τρόπο που είδαμε πριν τον πληθωρισμό. Αν προσπαθήσουμε να καταλάβουμε πώς έχει εξελιχθεί τα τελευταία σχεδόν 20 χρόνια, θα δούμε ότι έχει υπερδιπλασιαστεί, έχει ανέβει 120 μονάδες σε σχέση με το 2006.

Και αυτό το κόστος ενέργειας, πέρα από το ότι επηρεάζει τον κλάδο μας, επηρεάζει πάρα πολύ και τον καταναλωτή.» Με βάση τα σχετικά στοιχεία, ο δείκτης ηλεκτρισμού, φυσικού αερίου και θερμικής ενέργειας έχει αυξηθεί περίπου κατά 120 μονάδες σε σχέση με το 2006. Πάντως το 2025 το συνολικό καλάθι των κατηγοριών αυξήθηκε σε αξία κατά +5,7%, με τις πωλήσεις να ανέρχονται στα 19,323 δισ. ευρώ από 18,288 δισ. ευρώ το 2024. Ο βασικός μοχλός ανάπτυξης ήταν το οργανωμένο λιανεμπόριο, το οποίο το 2025 ενισχύθηκε κατά +7,1%, συμβάλλοντας στο 82,4% της αξίας πωλήσεων του συνόλου της αγοράς, γεγονός που επιβεβαιώνει τη συνεχιζόμενη μετατόπιση της κατανάλωσης προς τις μεγάλες οργανωμένες αλυσίδες.

Η συγκέντρωση της αγοράς παραμένει υψηλή. Οι τρεις μεγαλύτεροι λιανέμποροι συγκεντρώνουν περίπου το 64% της συνολικής αξίας πωλήσεων, ενώ οι αμέσως επόμενοι τέσσερις παίκτες καλύπτουν περίπου το 24%. Το υπόλοιπο 12,4% μοιράζεται σε μικρότερες αλυσίδες και τοπικούς παίκτες, γεγονός που δείχνει ότι σχεδόν τα δύο τρίτα της αγοράς ελέγχονται από τους τρεις μεγαλύτερους retailers. Συνολικά οι επτά μεγαλύτερες αλυσίδες συγκεντρώνουν το 87,6% της αγοράς, αφήνοντας περιορισμένο χώρο για τους υπόλοιπους παίκτες του οργανωμένου λιανεμπορίου. Αλλωστε με βάση τα ίδια στοιχεία οι τρεις μεγαλύτερες αλυσίδες κατέγραψαν και τις υψηλότερες επιδόσεις ανάπτυξης, με αύξηση πωλήσεων άνω του 8%.