Όπως τόνισε, με τις συμβάσεις αυτές η χώρα προσπαθεί να κρατηθεί από μια γεωπολιτική φαντασίωση με ενεργειακές προεκτάσεις, δηλαδή την ιδέα ότι θα μετατραπεί σε «διάδρομο και κόμβο ορυκτών καυσίμων στην Ανατολική Μεσόγειο, ενώ στην πραγματικότητα ελπίζει, στην καλύτερη περίπτωση, να γίνει μεταπράτης».
Ο Πρόεδρος της Νέας Αριστεράς υπενθύμισε ότι στον προηγούμενο γύρο παραχωρήσεων «Total και Repsol εγκατέλειψαν τα ελληνικά οικόπεδα πριν καν ξεκινήσει ερευνητική δραστηριότητα», επισημαίνοντας ότι «κατέρρευσε για ακόμα μια φορά η ιστορία ότι η Ελλάδα θα γίνει το επίκεντρο κάποιας μεγάλης ενεργειακής ανακάλυψης».
Παράλληλα, κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι «ενδίδει πλήρως στις πιέσεις των λόμπι ορυκτών καυσίμων που πιέζουν να καθυστερήσει η ενεργειακή μετάβαση, για να παρουσιαστεί η εξάρτηση από το φυσικό αέριο ως μονόδρομος». Όπως υπογράμμισε, οι σημερινές παραχωρήσεις «δεν είναι μόνο ενεργειακή επιλογή, είναι διπλωματικό υποκατάστατο γιατί η τρομερή αυτή κυβερνητική διπλωματία του ‘σταθερότητα ή χάος’ είδε αυτές τις συμβάσεις ως μια μοναδική ελπίδα να αντιμετωπιστεί εμμέσως το αγκάθι του τουρκολιβυκού Μνημονίου», καθώς η κυβέρνηση θεωρεί ότι η παρουσία μιας αμερικανικής πετρελαϊκής εταιρείας μπορεί να λειτουργήσει ως έμμεση επιβεβαίωση της ελληνικής ΑΟΖ.
«Ένα μείζον ζήτημα διεθνούς δικαίου θα μπει κάτω από το χαλάκι μέσω ενός οικονομικού ντηλ. Πρόκειται για επικίνδυνες ψευδαισθήσεις», ανέφερε.
Ο κ. Χαρίτσης τόνισε ότι οι συμβάσεις αυτές δεν μπορούν να αλλάξουν την ενεργειακή πραγματικότητα της χώρας, σημειώνοντας ότι «η Ελλάδα πληρώνει ένα από τα ακριβότερα τιμολόγια ρεύματος στην Ευρώπη». Όπως είπε, οι εξορύξεις έρχονται να καθηλώσουν τη χώρα «σε ένα ενεργειακό μοντέλο του περασμένου αιώνα: πανάκριβο, εξαρτημένο από διεθνείς κρίσεις και γεωπολιτικές εντάσεις και ασύμβατο με τις δεσμεύσεις για το κλίμα».
Υπογράμμισε επίσης ότι ακόμη και στην περίπτωση που εντοπιστούν κοιτάσματα «δεν σημαίνει ότι η χώρα θα γίνει ξαφνικά ζάμπλουτη», καθώς το αποτέλεσμα εξαρτάται από το μέγεθος των κοιτασμάτων, τις διεθνείς τιμές, το κόστος εξόρυξης και τα δικαιώματα που θα εισπράξει το ελληνικό Δημόσιο.
Επίσης, σημείωσε ότι «η εκμετάλλευση υδρογονανθράκων προϋποθέτει την ανάπτυξη στρατιωτικής ισχύος για την υπεράσπισή τους», κάτι που πρέπει να υπολογιστεί ως «κόστος για την κοινωνία που θα κληθεί να υπερασπιστεί τα κέρδη μεγάλων πετρελαϊκών ομίλων».
Αναφερόμενος στην ενεργειακή πολιτική της κυβέρνησης, κατηγόρησε τον πρωθυπουργό ως αναξιόπιστο, λέγοντας ότι «ο δήθεν “πράσινος” κ. Μητσοτάκης από τη μία μιλά για διείσδυση των ΑΠΕ και ενεργειακή αυτονομία και ταυτόχρονα ενδίδει άνευ όρων στο φυσικό αέριο και σε νέες εξορύξεις υδρογονανθράκων, υιοθετώντας πλήρως το τραμπικό “drill, baby, drill”».
Σχολιάζοντας τις πρόσφατες δηλώσεις του πρωθυπουργού για την πυρηνική ενέργεια, σημείωσε ότι η κοινωνία αντιδρά λέγοντας ότι η κυβέρνηση ανοίγει μια συζήτηση «για πυρηνικούς αντιδραστήρες στη χώρα όπου συγκρούστηκαν δύο τρένα κινούμενα αντίθετα στην ίδια γραμμή». Υπογράμμισε ότι τα πυρηνικά έργα στην Ευρώπη αντιμετωπίζουν μεγάλες καθυστερήσεις και υπερβάσεις κόστους, ενώ οι μικροί αρθρωτοί αντιδραστήρες «δεν αποτελούν ώριμη τεχνολογία».
Ο ίδιος αναρωτήθηκε: «Αλήθεια, κύριοι της κυβέρνησης, γιατί συζητάτε για πυρηνική ενέργεια; Η χώρα έχει από το υψηλότερο ηλιακό και αιολικό δυναμικό στην Ευρώπη και επιμένει να μην επενδύει σε δίκτυα, αποθήκευση, διασυνδέσεις, έξυπνη διαχείριση ενέργειας που μπορούν να την κάνουν αξιόπιστη και ασφαλή ενεργειακά. Αυτά θα έπρεπε να συγκροτούν την ενεργειακή μας στρατηγική».
«Την ώρα που ο κ. Μητσοτάκης μιλά στο Παρίσι για την ανάγκη της πυρηνικής ενέργειας ανοίγει ταυτόχρονα ένα πολύ σοβαρό γεωπολιτικό ζήτημα. Τη συμμετοχή της Ελλάδας σε σχήματα πυρηνικής αποτροπής της Γαλλίας. Δηλαδή η συζήτηση για τα πυρηνικά δεν είναι μόνο ενεργειακή. Έχει και γεωπολιτικές και στρατιωτικές προεκτάσεις», σημείωσε ο Πρόεδρος της Νέας Αριστεράς καταγγέλλοντας το γεγονός ότι αυτά τα πληροφορούμαστε από τον Γάλλο Πρόεδρο Μακρόν και όχι από τον Έλληνα Πρωθυπουργό και ζητώντας να ενημερωθεί η Βουλή για το περιεχόμενο των σχετικών συζητήσεων και τον βαθμό εμπλοκής της χώρας.
Κλείνοντας την τοποθέτησή του, ο κ. Χαρίτσης υπογράμμισε ότι «η Ελλάδα δεν μπορεί να πορεύεται χωρίς σχέδιο σε μια από τις πιο κρίσιμες περιόδους για την Ευρώπη», τονίζοντας ότι η χώρα χρειάζεται «ενεργειακή αυτονομία και δημοκρατία με καθαρή ενέργεια», σε συνδυασμό με μια ισχυρή πολιτική για την αντιμετώπιση της ακρίβειας σε ενέργεια και τρόφιμα.
«Αλλά για να γίνουν όλα αυτά, απαραίτητη προϋπόθεση είναι η αλλαγή πολιτικής. Και αυτό μπορεί να γίνει μόνο με πολιτική αλλαγή», κατέληξε.





