Επτά ολόκληρα χρόνια μετά, με τον Κυριάκο Μητσοτάκη στο τιμόνι, το δήθεν «επιτελικό θαύμα» καταρρέει εντελώς μπροστά στους σκληρούς δείκτες που αποδομούν κάθε κυβερνητική προπαγάνδα.
Τα στοιχεία είναι αμείλικτα και αποδεικνύουν μια ξεκάθαρη αλήθεια: οι Έλληνες φτώχυναν και βρίσκονται σήμερα σε χειρότερη μοίρα από ό,τι το 2019.
Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του Visual Capitalist, τα οποία βασίζονται σε δεδομένα της Deutsche Bank και της Numbeo, η Αθήνα κατρακυλά στην 55η θέση μεταξύ 69 μεγάλων πόλεων παγκοσμίως, με μέσο καθαρό μισθό 1.321 δολάρια. Βρίσκεται έτσι χαμηλότερα από κάθε άλλη πόλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης που περιλαμβάνεται στη λίστα, ανασαίνοντας οριακά πάνω από την Κωνσταντινούπολη, ενώ απέχει έτη φωτός όχι μόνο από τη Ζυρίχη και το Λονδίνο, αλλά και από αστικά κέντρα του ευρωπαϊκού Νότου όπως η Μαδρίτη και η Βαρκελώνη.
Το ακόμη πιο αποκαλυπτικό στοιχείο προέρχεται από τους δείκτες του ΟΟΣΑ, όπου το εγχώριο εισόδημα σε όρους αγοραστικής δύναμης κάλυπτε το 2019 το 53% του μέσου όρου των χωρών του ΟΟΣΑ, ενώ το 2025 διολίσθησε στο 50%. Αυτό δεν αποτελεί μια απλή ονομαστική διακύμανση, αλλά εκφράζει κάτι πολύ βαθύτερο: η Ελλάδα υποχωρεί συγκριτικά με τις υπόλοιπες χώρες και διευρύνει την απόσταση αντί να επιτυγχάνει σύγκλιση. Την ίδια περίοδο, η Πορτογαλία ενίσχυσε την αγοραστική της δύναμη κατά 15% και μας προσπέρασε κατά επτά θέσεις, αφήνοντας την Ελλάδα στην 33η θέση ανάμεσα σε 34 χώρες του ΟΟΣΑ.
Σαν να μην έφτανε αυτό, η Eurostat καταφέρει ένα ακόμη βαρύ πλήγμα στους κυβερνητικούς ισχυρισμούς, αποδεικνύοντας ότι από το 2004 έως το 2024 το πραγματικό εισόδημα των νοικοκυριών ανά κάτοικο αυξήθηκε κατά 22% στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ στην Ελλάδα σημείωσε πτώση 5%. Η ωμή πραγματικότητα δείχνει ότι σήμερα μια οικογένεια καλείται να καταβάλει πολύ περισσότερα χρήματα για να αποκτήσει λιγότερα βασικά αγαθά συγκριτικά με το 2019, βιώνοντας παράλληλα μια ανεξέλεγκτη στεγαστική κρίση και ένα συνεχές κύμα ακρίβειας. Στην πρωτεύουσα, τα ενοίκια έχουν εκτιναχθεί στα ύψη, καταπίνοντας ακόμη και πάνω από το μισό του μηνιαίου μισθού για μια στοιχειώδη στέγη, ενώ οι τιμές στα σούπερ μάρκετ καλπάζουν ανεμπόδιστες. Ο εργαζόμενος δεν πληρώνει το ενοίκιο ή τη διατροφή του με τους δείκτες του ΑΕΠ, ούτε με τις επικοινωνιακές παρουσιάσεις της κυβέρνησης, αλλά με ένα εισόδημα που εξανεμίζεται από το κόστος διαβίωσης, καταλήγοντας φτωχότερος ακόμη κι αν οι αριθμοί του υπουργείου Οικονομικών του Πιερρακάκη εμφανίζουν μεγέθυνση.
Πού κατέληξαν λοιπόν οι μεγαλεπήβολες διακηρύξεις για τον μετασχηματισμό της οικονομίας; Η χώρα παραμένει εγκλωβισμένη στον τουριστικό τομέα, μια δραστηριότητα με 3,8 φορές χαμηλότερη παραγωγικότητα από τη βιομηχανική παραγωγή, ενώ οι επενδύσεις το 2024 κατατάσσουν την Ελλάδα στην 26η θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο 16% του ΑΕΠ, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος διαμορφώνεται στο 21,2%. Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο ζοφερή αν συνυπολογιστεί ότι, βάσει του Μεσοπρόθεσμου 2026-2029, ο ρυθμός μεταβολής των επενδύσεων επιβραδύνεται δραματικά στο ισχνό 0,8% με 0,9%.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη προσπέρασε τις αναγκαίες δομικές αλλαγές και την ουσιαστική ενίσχυση της παραγωγικότητας, επιλέγοντας να κρατά τους πολίτες εξαρτημένους από επιδόματα και κουπόνια-ψίχουλα που χρηματοδοτούνται από τη βαριά φορολόγηση πολιτών και μικρομεσαίων.
Πρόκειται για μια τεράστια πολιτική εξαπάτηση που παρουσιάζει μια εικόνα προόδου, την ώρα που τα πραγματικά εισοδήματα συμπιέζονται. Μετά από περισσότερα από επτά χρόνια στην εξουσία, η κυβέρνηση δεν έχει κανένα άλλοθι να επικαλείται το παρελθόν, τα Μνημόνια ή τις προηγούμενες κυβερνήσεις. Το αρνητικό αποτέλεσμα φέρει την υπογραφή της, και όσο κι αν το Μαξίμου επιχειρεί να βαφτίσει τη διολίσθηση ως «ανάπτυξη χωρίς σύγκλιση» ή «προσαρμογή», για την κοινωνία που βλέπει την αγοραστική της δύναμη να συρρικνώνεται υπάρχει μία και μοναδική λέξη: φτώχεια.






