Ας αφήσουμε, λοιπόν, στην άκρη για λίγο την πανηγυρική κομματική γλώσσα και ας δούμε την άλλη Ελλάδα. Εκείνη που δεν μετράει το χρέος σε ποσοστά του ΑΕΠ, αλλά μετράει αν στο τέλος του μήνα περισσεύουν χρήματα.
Πρώτα απ' όλα, η μείωση του δημόσιου χρέους είναι ασφαλώς θετική εξέλιξη. Δεν χρειάζεται κανείς να την αμφισβητήσει. Η Ελλάδα πράγματι έχει μειώσει εντυπωσιακά τον λόγο του χρέους προς το ΑΕΠ. Το 2025 το δημόσιο χρέος διαμορφώθηκε στο 146,1% του ΑΕΠ, από 154,2% το 2024, παραμένοντας όμως το υψηλότερο στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Αλλά εδώ ακριβώς αρχίζει η πολιτική υπερβολή της κυβερνητικής αφήγησης. Άλλο η δημοσιονομική βελτίωση του κράτους και άλλο η οικονομική βελτίωση της κοινωνίας.
Μπορεί το κράτος να έχει καλύτερους δημοσιονομικούς δείκτες και ταυτόχρονα ο πολίτης να έχει μικρότερη αγοραστική δύναμη. Μπορεί το δημόσιο χρέος να πέφτει και το ενοίκιο να ανεβαίνει. Μπορεί οι δημοσιονομικοί στόχοι να επιτυγχάνονται και μια οικογένεια να δυσκολεύεται να πληρώσει το σούπερ μάρκετ, το ρεύμα και τη στέγη.
Και αυτό ακριβώς είναι το μεγάλο πρόβλημα της κυβερνητικής αφήγησης. Ο πρωθυπουργός επιχειρεί να τα παρουσιάσει σαν να είναι περίπου το ίδιο πράγμα, αλλά δεν είναι.
Η Eurostat καταγράφει ότι το 2025 το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας σε όρους αγοραστικής δύναμης βρισκόταν μόλις στο 68% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Ελλάδα βρέθηκε μαζί με τη Βουλγαρία στην τελευταία θέση της ΕΕ στον συγκεκριμένο δείκτη.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η μείωση του χρέους είναι άχρηστη, αλλά δυστυχώς στην Ελλάδα της κυβέρνησης των αρίστων η δημοσιονομική επιτυχία δεν μεταφράζεται αυτόματα σε κοινωνική ευημερία. Γιατί ο Έλληνας δεν πληρώνει τον λόγο χρέους προς ΑΕΠ στο ταμείο του σούπερ μάρκετ. Πληρώνει το ενοίκιο. Πληρώνει το ρεύμα. Πληρώνει τα τρόφιμα. Πληρώνει τα καύσιμα. Και στο τέλος του μήνα βλέπει πόσα πραγματικά του έμειναν.
Στη στέγη, μάλιστα, η εικόνα είναι αποκαλυπτική. Το 2024 η Ελλάδα κατέγραψε το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση σε υπερβολική επιβάρυνση από το κόστος στέγασης, 28,9%. Ο δείκτης αφορά ανθρώπους που ζουν σε νοικοκυριά όπου το συνολικό κόστος στέγασης ξεπερνά το 40% του διαθέσιμου εισοδήματος.
Στις πόλεις, περίπου 29% του πληθυσμού στην Ελλάδα ζούσε το 2024 σε νοικοκυριά που αντιμετώπιζαν τέτοια υπερβολική επιβάρυνση από το κόστος στέγασης, έναντι περίπου 10% στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Αυτή είναι η Ελλάδα στην οποία ο πρωθυπουργός μιλά για «περισσότερη ευημερία για όλους».
Και δεν είναι μόνο η στέγη. Το 2024, 19% του πληθυσμού στην Ελλάδα δήλωσε ότι δεν μπορούσε να διατηρήσει το σπίτι του επαρκώς ζεστό. Το ποσοστό ήταν το υψηλότερο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, μαζί με τη Βουλγαρία.
Αυτή είναι η άλλη Ελλάδα.
Η Ελλάδα που μπορεί να ακούει κάθε μέρα για πρωτογενή πλεονάσματα, αναβαθμίσεις της οικονομίας, επενδυτική βαθμίδα και πρόωρες αποπληρωμές χρέους, αλλά όταν ανοίγει τον λογαριασμό της βλέπει ότι η καθημερινότητα παραμένει ακριβή.
Ας μην παρεξηγηθούμε: η αποκλιμάκωση του χρέους έχει πραγματική σημασία. Η Ελλάδα έχει πετύχει μια εντυπωσιακή μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ και η εξέλιξη αυτή ενισχύει τη δημοσιονομική αξιοπιστία της χώρας.
Αλλά η κυβέρνηση κάνει ένα άλμα που τα ίδια τα στοιχεία δεν δικαιολογούν. Από το «μειώνεται το χρέος» περνά στο «άρα αυξάνεται η ευημερία όλων». Αυτό το «άρα» είναι όλο το πολιτικό πρόβλημα.
Γιατί η ευημερία δεν μετριέται μόνο στους πίνακες του υπουργείου Οικονομικών. Μετριέται στο διαθέσιμο εισόδημα, στην αγοραστική δύναμη, στο κόστος της κατοικίας, στην ενέργεια και στην πραγματική δυνατότητα μιας οικογένειας να ζήσει χωρίς να εξαντλεί κάθε μήνα το εισόδημά της.
Και όταν η χώρα βρίσκεται στο 68% του μέσου ευρωπαϊκού επιπέδου ως προς το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε όρους αγοραστικής δύναμης, ενώ σχεδόν ένας στους τρεις κατοίκους αντιμετωπίζει υπερβολική στεγαστική επιβάρυνση, η εικόνα δεν μπορεί να είναι τόσο θριαμβευτική όσο την παρουσιάζει το Μέγαρο Μαξίμου.
Υπάρχει μάλιστα και μια ακόμη παράμετρος που χρειάζεται προσοχή. Ο πρωθυπουργός συνδέει την πρόωρη αποπληρωμή χρέους με την «περισσότερη ευημερία για όλους». Όμως η πρόωρη αποπληρωμή χρέους είναι πρώτα απ' όλα διαχείριση του δημόσιου χρέους. Μπορεί να είναι ορθή οικονομική επιλογή, αλλά δεν αποτελεί από μόνη της μέτρο κοινωνικής πολιτικής.
Το πραγματικό πολιτικό ερώτημα είναι τι κάνει η κυβέρνηση με τον δημοσιονομικό χώρο που δημιουργείται. Γιατί αν το κράτος αποκτά μεγαλύτερη δημοσιονομική ελευθερία, όπως λέει ο ίδιος ο πρωθυπουργός, τότε η κοινωνία δικαιούται να ρωτήσει: Πότε θα μετατραπεί αυτή η δημοσιονομική ελευθερία σε μεγαλύτερη οικονομική ελευθερία για τον πολίτη; Πότε θα γίνει φθηνότερη η κατοικία; Πότε θα αυξηθεί ουσιαστικά η αγοραστική δύναμη; Πότε θα πάψει η Ελλάδα να βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις της Ευρώπης στους δείκτες υλικής ευημερίας; Πότε ο νέος εργαζόμενος θα μπορεί να φύγει από το πατρικό του χωρίς να χρειάζεται να αφιερώσει σχεδόν ολόκληρο τον μισθό του στο ενοίκιο;
Εδώ βρίσκεται η ουσία. Γιατί υπάρχει μια Ελλάδα που μειώνει το δημόσιο χρέος. Και υπάρχει μια άλλη Ελλάδα που προσπαθεί να μειώσει τα έξοδα του μήνα. Η πρώτη είναι αυτή που παρουσιάζει ο πρωθυπουργός. Η δεύτερη είναι αυτή που ζει ο πολίτης.
Και το πρόβλημα είναι ότι η κυβέρνηση επιχειρεί να παρουσιάσει τη δημοσιονομική βελτίωση ως αυτόματο συνώνυμο της κοινωνικής ευημερίας. Δεν είναι.
Το χαμηλότερο δημόσιο χρέος είναι καλό για τη χώρα. Αλλά δεν είναι από μόνο του αύξηση μισθού. Δεν είναι μείωση ενοικίου. Δεν είναι φθηνότερο σούπερ μάρκετ. Δεν είναι φθηνότερο ρεύμα. Δεν είναι μεγαλύτερη αγοραστική δύναμη. Είναι ένας δημοσιονομικός στόχος.
Και η κυβέρνηση οφείλει να αποδείξει ότι μπορεί να μετατρέψει αυτόν τον στόχο σε πραγματική βελτίωση της ζωής των ανθρώπων. Γιατί τελικά μια οικονομία δεν είναι πραγματικά επιτυχημένη μόνο επειδή χρωστά λιγότερα. Είναι επιτυχημένη όταν οι άνθρωποι που τη στηρίζουν μπορούν να ζουν καλύτερα.
Και αυτή είναι η ερώτηση που η πανηγυρική ανάρτηση του Κυριάκου Μητσοτάκη δεν απαντά: Το χρέος μειώνεται. Η ζωή των Ελλήνων όμως πότε θα βελτιωθεί;





