Κάθε φορά που η κοινωνική πίεση μεγαλώνει, η κυβέρνηση επιστρατεύει ένα ακόμη προσωρινό ψευτομέτρο και το παρουσιάζει ως απάντηση στο πρόβλημα.
Αυτό έγινε για πολλοστή φορά και χθες κατά τη διάρκεια του υπουργικού συμβουλίου με τον Κυριάκο Μητσοτάκη να εξαγγέλλει:
Δεκαπέντε λεπτά επιδότηση στο πετρέλαιο κίνησης για … δεκαπέντε ημέρες!
Πετρέλαιο θέρμανσης κάτω από 1,75 ευρώ, χωρίς να εξηγεί πώς και κυρίως χωρίς να δέχεται αυτό που όλοι του λένε: να μειώσει τους φόρους.
Εκατόν είκοσι δόσεις για χρέη, λες και από όσους χρωστούν λείπουν οι δόσεις και όχι τα χρήματα.
Νέα «ρύθμιση» για τους διαχειριστές δανείων — πόσες ακόμη θα ακούσουμε μέχρι να χαθούν όλα τα σπίτια των ευάλωτων νοικοκυριών;
Αυτό είναι το πραγματικό κυβερνητικό σχέδιο για μια κοινωνία που εδώ και χρόνια βλέπει το εισόδημά της να πιέζεται: ένα επίδομα για να περάσει ο μήνας, μια ρύθμιση για να μετατεθεί το πρόβλημα, μια νέα υπόσχεση για να αντιμετωπιστούν οι συνέπειες της προηγούμενης αποτυχίας.
Και όταν έρθει η ώρα να εξηγηθεί γιατί δεν υπάρχει μια μόνιμη λύση, υπάρχει πάντα η ίδια δικαιολογία: τα δημοσιονομικά περιθώρια.
Μόνο που τα δημοσιονομικά περιθώρια δεν είναι μια μαγική λέξη που απαλλάσσει μια κυβέρνηση από την υποχρέωση να αποφασίσει ποιους προστατεύει, πόσο τους προστατεύει και από πού θα βρει τους πόρους για να το κάνει.
Η κυβέρνηση έχει ιδεολογικά επιλέξει να αντιμετωπίζει το κοινωνικό κράτος σαν έξοδο που πρέπει διαρκώς να περιορίζεται και όχι σαν βασική υποχρέωση του κράτους.
Και το αποτέλεσμα αποτυπώνεται στο γεγονός ότι επί κυβερνήσεως Μητσοτάκη σχεδόν τρεις στους δέκα Έλληνες βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού, με την Ελλάδα στη δεύτερη υψηλότερη θέση μεταξύ των κρατών-μελών, πίσω μόνο από τη Βουλγαρία.
Αυτή είναι η Ελλάδα στην οποία η κυβέρνηση Μητσοτάκη απαντά με δεκαπενθήμερη επιδότηση στο πετρέλαιο.
Μια κοινωνία που γονατίζει από το κόστος ζωής παίρνει δεκαπέντε ημέρες επιδότηση. Όποιος δεν μπορεί να πληρώσει τα χρέη του παίρνει περισσότερες δόσεις. Όποιος βρίσκεται απέναντι στους διαχειριστές δανείων ακούει για άλλη μία «ρύθμιση».
Και κάπου εδώ η κοροϊδία πρέπει να τελειώνει. Είναι πλέον ηλίου φαεινότερο ότι η κυβέρνηση δεν βλέπει το κοινωνικό κράτος ως προτεραιότητα. Το βλέπει ως δαπάνη που πρέπει να χωρέσει στα δημοσιονομικά περιθώρια. Και όταν αυτά — κατά την κυβερνητική εκδοχή — δεν επαρκούν, ο πολίτης καλείται να αρκεστεί στο επίδομα, στη ρύθμιση και στην επόμενη εξαγγελία.
Μόνο που έτσι, κάθε φορά που η μόνιμη προστασία αντικαθίσταται από ένα προσωρινό μπάλωμα και η πολιτική επιλογή κρύβεται πίσω από τον λογαριασμό του προϋπολογισμού, το κοινωνικό κράτος υποχωρεί και νομοτελειακά σε πλήρη κατάρρευση.
Αυτή είναι η πραγματικότητα και κάποια στιγμή ακόμη και ο πιο επίμονος αρνητής της θα βρεθεί ενώπιον των ευθυνών του





