Η αύξηση κατά 3,3% στο εισόδημα των Ελλήνων που διατίθεται για κατανάλωση ή αποταμίευση, το δ’ τρίμηνο του 2025, σε σύγκριση με το αμέσως προηγούμενο τρίμηνο, παρουσιάστηκε περίπου ως απόδειξη ότι η ελληνική κοινωνία ευημερεί.
Πίσω όμως από τους πανηγυρισμούς, κρύβεται μια πολύ πιο σύνθετη και σαφώς πιο δυσάρεστη πραγματικότητα. Η Ελλάδα βρίσκεται στην τελευταία θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε αγοραστική δύναμη, σύμφωνα με τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Στατιστικής Αρχής (Eurostat) για το 2025, που δημοσιεύτηκαν τον Μάρτιο του 2026. Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε μονάδες αγοραστικής δύναμης (PPS) φτάνει μόλις το 68% του μέσου όρου της ΕΕ. Αυτό σημαίνει κάτι πολύ απλό και ταυτόχρονα αμείλικτο, πως ο μέσος Έλληνας ζει με επίπεδο κατανάλωσης και εισοδήματος σχεδόν ένα τρίτο κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Η υποχώρηση δεν είναι στιγμιαία ούτε συγκυριακή, όπως τα στοιχεία του ΟΟΣΑ που δείχνουν μεταβολή από τρίμηνοι σε τρίμηνο. Η χώρα δεν «έπεσε» απλώς στην τελευταία θέση της ΕΕ, εγκαταστάθηκε εκεί. Και μάλιστα τη στιγμή που άλλες οικονομίες της Ευρώπης κινούνται ανοδικά, η Ελλάδα είτε μένει στάσιμη είτε χάνει έδαφος. Στον δείκτη της Πραγματικής Ατομικής Κατανάλωσης (AIC), που αποτυπώνει πιο καθαρά την καθημερινή ευημερία, η εικόνα είναι ίδια, τελευταία θέση, σταθερά και αδιαπραγμάτευτα.
Και εδώ αρχίζει το πραγματικό πρόβλημα με τον τρόπο που παρουσιάζονται οι εκθέσεις του ΟΟΣΑ. Δεν «ψεύδονται» με την τυπική έννοια. Απλώς κόβουν την πραγματικότητα σε κομμάτια που βολεύουν. Παίρνουν μικρές ετήσιες μεταβολές και τις βαφτίζουν πρόοδο, ενώ αγνοούν τη μεγάλη εικόνα. Μια χώρα μόνιμα καθηλωμένη στον πάτο της Ευρώπης σε ό,τι αφορά το πραγματικό εισόδημα.
Για όσους παρακολουθούν διαχρονικά τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί ο Οργανισμός, αυτή η επιλεκτική ανάγνωση των αριθμών δεν συνιστά κάποια αθώα στατιστική αστοχία. Είναι μια βαθιά πολιτική επιλογή, η κατασκευή μιας εικόνας προόδου που συχνά δεν αντανακλά την καθημερινότητα των πολιτών, αλλά εξυπηρετεί την ιδεολογική υπεράσπιση των νεοφιλελεύθερων αντικοινωνικών πολιτικών.
Ο ΟΟΣΑ εξακολουθεί να προσεγγίζει τις οικονομίες μέσα από έναν στενό, τεχνοκρατικό φακό, δίνοντας υπερβολικό βάρος σε οικονομικούς δείκτες και παραβλέποντας συστηματικά τη μεγάλη εικόνα, τη συγκέντρωση πλούτου, τη διεύρυνση των ανισοτήτων και τη σταδιακή φτωχοποίηση μεγάλων κοινωνικών στρωμάτων.
Στην ελληνική περίπτωση, η ίδια η παραδοχή του ΟΟΣΑ ότι η αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με τα έσοδα από ακίνητη περιουσία αποκαλύπτει το πρόβλημα. Ποιοι ακριβώς ωφελούνται από αυτή την εξέλιξη; Σίγουρα όχι τα νοικοκυριά που βλέπουν τα ενοίκια να εκτοξεύονται και το κόστος στέγασης να απορροφά ολοένα μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους. Αυτό που παρουσιάζεται ως συλλογική ευημερία αφορά στην πραγματικότητα ένα περιορισμένο κομμάτι της αγοράς και μια συγκεκριμένη οικονομική ελίτ.
Η προσήλωση του ΟΟΣΑ σε εργαλεία όπως ο δείκτης Gini αποκαλύπτει επίσης τα όρια ή και τις σκοπιμότητες αυτής της προσέγγισης. Πρόκειται για έναν δείκτη που συχνά αδυνατεί να αποτυπώσει τις πραγματικές διαστάσεις της ανισότητας, ιδιαίτερα όταν το μεγαλύτερο μέρος του πλούτου συγκεντρώνεται στα ανώτερα εισοδηματικά στρώματα.
Την ίδια στιγμή, η έμφαση στη λεγόμενη «σχετική φτώχεια» επιτρέπει τη δημιουργία μιας παραπλανητικής εικόνας σταθερότητας, ακόμη κι όταν ολοένα περισσότερα νοικοκυριά δυσκολεύονται να καλύψουν βασικές ανάγκες. Οι αριθμοί μπορεί να δείχνουν βελτίωση, όμως η πραγματικότητα στα ταμεία των σούπερ μάρκετ, στους λογαριασμούς ενέργειας και στα ενοίκια λέει μια εντελώς διαφορετική ιστορία.
Για τον ΟΟΣΑ, η αποδυνάμωση κοινωνικών δομών και δικαιωμάτων συχνά παρουσιάζεται ως αναγκαία προσαρμογή στο όνομα της ανταγωνιστικότητας. Στην πράξη, όμως, η συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους δεν οδηγεί σε πιο ισχυρές οικονομίες, αλλά σε πιο άνισες και πιο εύθραυστες κοινωνίες.
Η ελληνική εμπειρία είναι αποκαλυπτική. Η δημόσια υγεία και η δημόσια παιδεία πιέζονται διαρκώς, ενώ βασικά κοινωνικά αγαθά μετατρέπονται σταδιακά σε προνόμιο όσων μπορούν να πληρώσουν. Παρ’ όλα αυτά, οι σχετικές εκθέσεις αξιοποιούνται συχνά ως άλλοθι για να παρουσιαστούν αυτές οι πολιτικές ως μονόδρομος.
Γι’ αυτό, κάθε φορά που ακούμε ότι η Ελλάδα «ξεπερνά» ισχυρότερες οικονομίες ή ότι καταγράφει εντυπωσιακές επιδόσεις, αξίζει να διαβάζουμε πίσω από τους τίτλους.
Ο ΟΟΣΑ δεν λειτουργεί σε πολιτικό κενό. Οι μετρήσεις του επηρεάζουν αφηγήματα, κυβερνητικές στρατηγικές και δημόσιες συζητήσεις. Και όταν οι αριθμοί αποκόπτονται από την κοινωνική πραγματικότητα, μετατρέπονται σε εργαλείο πολιτικής νομιμοποίησης.
Οι δείκτες μπορεί να ευημερούν στις εκθέσεις των τεχνοκρατών, αλλά για μια κοινωνία που παλεύει καθημερινά με την ακρίβεια, τη στεγαστική πίεση και τη συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους, η πραγματικότητα παραμένει πολύ λιγότερο θριαμβευτική.






