Κανείς δεν αντιλέγει πως η συμφόρηση, οι καθυστερήσεις και η ταλαιπωρία των πολιτών στους δρόμους της Αττικής κυρίως, είναι υπαρκτά και σοβαρά προβλήματα που επηρεάζουν την καθημερινότητα, την οικονομία και την ψυχολογία των ανθρώπων. Αλλά η επιλογή να ασχοληθεί η κυβέρνηση σε σύσκεψη υπό τον ίδιο τον πρωθυπουργό με αυτό χθες, ενώ είναι νωπό στις μνήμες όλης της χώρας το εργατικό δυστύχημα στη «Βιολάντα» με τις πέντε νεκρές εργάτριες, δείχνει αν μη τι άλλο μια βαθιά ανισορροπία στις προτεραιότητές της.
Η σύσκεψη μπορεί ακόμη και να εκληφθεί ως απόπειρα αποπροσανατολισμού της κοινής γνώμης από την πραγματική κρίση στους χώρους εργασίας. Το κυκλοφοριακό στην Αττική αφορά σχεδόν μισή Ελλάδα, αλλά σε σοβαρότητα υπολείπεται κατά πολύ των θανάτων και τραυματισμών από εργατικά ατυχήματα. Η επιλογή να γίνει χθες μια τέτοια συζήτηση δείχνει ότι η κυβέρνηση δεν μπορεί να αξιολογήσει τις προτεραιότητες της.
Και δεν μπορεί να αγνοηθεί το γεγονός πως από το 2019 μέχρι σήμερα, επί πρωθυπουργίας Κυριάκου Μητσοτάκη δεν έχει υπάρξει σύσκεψη στο Μέγαρο Μαξίμου για εργατικά ατυχήματα ή ασφάλεια στην εργασία, παρά τους εκατοντάδες νεκρούς και τραυματίες που έχει θρηνήσει η χώρα. Άλλωστε με βάση τα υπάρχοντα στοιχεία κάθε χρόνο καταγράφονται περί τα 15.000 εργατικά ατυχήματα, με δεκάδες θανάτους. Κατά μέσο όρο, ένας εργαζόμενος χάνει τη ζωή του στη δουλειά κάθε τρεις εργάσιμες ημέρες. Και αυτά είναι μόνο τα επίσημα στοιχεία, καθώς υπολογίζεται ότι καταγράφεται μόλις το 30%-40% των πραγματικών ατυχημάτων, λόγω αδήλωτης εργασίας και ελλείψεων στους ελέγχους.
Το πρόσφατο δυστύχημα στη «Βιολάντα» δεν ήταν μια «κακιά στιγμή». Ήταν η προβλέψιμη συνέπεια ενός συστήματος που λειτουργεί χωρίς επαρκή έλεγχο και χωρίς πρόληψη. Όταν οι τραγωδίες επαναλαμβάνονται, σταματούν να είναι ατυχήματα και γίνονται πολιτική αποτυχία. Οι εργοδότες γνωρίζουν ότι η πιθανότητα να ελεγχθούν είναι ελάχιστη, και η πολιτεία δεν επιβάλλει πραγματικές συνέπειες.
Ο μηχανισμός ελέγχου είναι υποστελεχωμένος και αναποτελεσματικός. Σήμερα υπηρετούν μόλις περίπου 230 επιθεωρητές υγείας και ασφάλειας για εκατοντάδες χιλιάδες επιχειρήσεις. Σε πολλές περιοχές ένας επιθεωρητής καλύπτει χιλιάδες χώρους εργασίας, πράγμα που σημαίνει ότι η συντριπτική πλειονότητα δεν ελέγχεται ποτέ. Όταν ο έλεγχος δεν υπάρχει, η παραβίαση των κανόνων ασφαλείας γίνεται σχεδόν βεβαιότητα και η ανθρώπινη ζωή αντιμετωπίζεται ως παράγοντας κόστους. Η κυβέρνηση δεν φαίνεται να θέλει ή να μπορεί να αλλάξει αυτή την κατάσταση.
Δυστυχώς η ζωή των εργαζομένων βρίσκεται σε κίνδυνο και η πολιτική βούληση για δράση παραμένει ανύπαρκτη. Αυτό δεν είναι μόνο αμέλεια. Είναι ένδειξη ότι η κυβέρνηση είναι και απρόθυμη και ανίκανη να αντιμετωπίσει ένα πρόβλημα που αφορά την ίδια τη ζωή των εργαζομένων πολιτών. Και όταν η κυβέρνηση ιεραρχεί το κυκλοφοριακό πρόβλημα πάνω από την ασφάλεια στην εργασία, γίνεται ξεκάθαρο ότι οι προτεραιότητες της είναι λάθος.






