Στο επίκεντρο αυτής της στρατηγικής βρίσκονται οι δημοσκοπήσεις, οι οποίες το τελευταίο διάστημα εμφανίζουν στοιχεία βαθιά αμφιλεγόμενα, με την απόσταση μεταξύ της πρόθεσης ψήφου και της τελικής εκτίμησης να μοιάζει με άλμα λογικής.
Ενώ η κοινωνική δυσφορία για την ακρίβεια, την φτώχεια, τη διάλυση του ΕΣΥ, το έγκλημα των Τεμπών, το σκάνδαλο των υποκλοπών, την μεγάλη κλοπή του ΟΠΕΚΕΠΕ, την εγκληματικότητα στους δρόμους, αποτυπώνεται καθαρά στις αυθόρμητες απαντήσεις των πολιτών, οι αναλυτές σπεύδουν να «φουσκώσουν» τα ποσοστά της Νέας Δημοκρατίας στις εκτιμήσεις τους, παρουσιάζοντας μια εικόνα κυριαρχίας που δεν συνάδει με το κλίμα στην κοινωνία.
Το τελευταίο διάστημα παρατηρούμε μια σειρά από ευρήματα που προκαλούν τη λογική. Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο είναι η χαοτική απόσταση μεταξύ της πρόθεσης ψήφου και της εκτίμησης αποτελέσματος. Ενώ στην πρόθεση η Νέα Δημοκρατία δείχνει σημάδια σοβαρής φθοράς —απόρροια της κοινωνικής οργής— στις τελικές εκτιμήσεις το ποσοστό της «φουσκώνει» τεχνητά.
Ταυτόχρονα, οι αναλυτές επιχειρούν μια ιδιότυπη «εκκαθάριση» του πολιτικού χάρτη, υποεκτιμώντας την δυναμική των υπό ίδρυση κομμάτων με την δικαιολογία ότι ακόμη δεν υφίστανται. Στόχος είναι, φυσικά, να πειστεί ο πολίτης ότι δεν υπάρχει εναλλακτική και ότι ο δρόμος προς την αυτοδυναμία της ΝΔ είναι μονόδρομος, μειώνοντας τεχνητά τον αριθμό των κομμάτων που θα μπουν στη Βουλή για να χαμηλώσει και ο πήχης της αυτοδυναμίας.
Το δήθεν δίλημμα που πλασάρεται είναι η «σταθερότητα». Αλλά για ποια σταθερότητα μιλάμε;
Είναι η «σταθερότητα» της ανεξέλεγκτης ακρίβειας, όπου τα υπερκέρδη των ολιγοπωλίων στην ενέργεια και τα τρόφιμα λεηλατούν το εισόδημα της μέσης οικογένειας;
Είναι η «σταθερότητα» της συγκάλυψης, με το έγκλημα των Τεμπών –και όχι μόνο- να παραμένει μια ανοιχτή πληγή που ζητά δικαιοσύνη, την ώρα που το κράτος δικαίου δέχεται αλλεπάλληλα πλήγματα;
Είναι η «σταθερότητα» ενός ΕΣΥ που καταρρέει και μιας Παιδείας που εμπορευματοποιείται;
Οι δημοσκόποι πλασάρουν ως αξίωμα ότι στη δεύτερη κάλπη οι πολίτες θα επιλέξουν τη «σιγουριά» του Κυριάκου Μητσοτάκη. Αποσιωπούν όμως το σενάριο της πρώτης Κυριακή. Εκεί όπου η ΝΔ κινδυνεύει να βρεθεί ακόμη και στο 25% ή και πιο κάτω, ποσοστό που η πραγματική πρόθεση ψήφου δείχνει ως απόλυτα πιθανό και που ταυτόχρονα γκρεμίζει τον αριθμό βουλευτών που μπορεί να εκλέξει, γεγονός που θα αλλάξει άρδην το πολιτικό σκηνικό και βέβαια και το αποτέλεσμα μιας δεύτερης κάλπης αν ακολουθήσει.
Το σύστημα επιχειρεί να παρουσιάσει τις προοδευτικές δυνάμεις ως ανίκανες να συνεννοηθούν. Καλλιεργούν την ηττοπάθεια, ισχυριζόμενοι ότι η μόνη λύση είναι το «μπόνους» των εδρών και η μονοκομματική παντοκρατορία.
Εδώ ακριβώς κρύβεται η πρόκληση. Τα προοδευτικά κόμματα καλούνται να διαψεύσουν τις «Κασσάνδρες». Η θεωρία της «χαμένης ψήφου» στην πρώτη κάλπη καταρρίπτεται μόνο αν υπάρχει προοπτική προοδευτικής διακυβέρνησης.
Δεν αρκεί πλέον η απλή καταγγελία. Απαιτείται πρωτίστως αναγνώριση της ανάγκης της εκφρασμένης άποψης της συντριπτικής πλειοψηφίας της κοινωνίας μια μεγάλη πολιτική αλλαγή και στη συνέχεια προγραμματική σύγκλιση για την προστασία της πρώτης κατοικίας, την πάταξη της αισχροκέρδειας, την ομαλοποίηση της αγοράς εργασίας, την αποκατάσταση των θεσμών.
Η ανατροπή στην πράξη του καθεστώτος Μητσοτάκη θα επιτευχθεί όταν οι πολίτες πειστούν ότι η ψήφος του στην πρώτη κάλπη μπορεί να βγάλει κυβέρνηση συνεργασίας που θα υπηρετεί τους πολλούς και όχι τους λίγους.
Η «ισχύς εν τη ενώσει» δεν είναι απλώς ένα σύνθημα, είναι η μόνη ρεαλιστική απάντηση απέναντι σε μια κυβέρνηση που επιβιώνει μόνο μέσω του φόβου και της κατασκευασμένης «απάθειας». Αν τα κόμματα του προοδευτικού χώρου δεν μιλήσουν τώρα για συμμαχίες και συνεργασίες, απλώς στρώνουν το χαλί για άλλη μια τετραετία κοινωνικής λεηλασίας.





