Η ανάπτυξη παραμένει εύθραυστη, άνιση και σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένη από εξωτερικούς και προσωρινούς παράγοντες, όπως για παράδειγμα το Ταμείο Ανάκαμψης. Το πρόβλημα δεν είναι αν η οικονομία κινείται, αλλά προς ποια κατεύθυνση και με ποια κοινωνικά αποτελέσματα.
Πρώτο και βασικό ζήτημα είναι ότι τα πραγματικά εισοδήματα των νοικοκυριών παραμένουν χαμηλά. Παρά την αύξηση των αμοιβών και τη μείωση της ανεργίας, οι πολίτες συνεχίζουν να πιέζονται από έναν πληθωρισμό υψηλότερο από τον μέσο όρο της ευρωζώνης. Το αποτέλεσμα η πως αγοραστική δύναμη δεν αποκαθίσταται και τα εισοδήματα δεν έχουν ακόμη επιστρέψει στα επίπεδα πριν από το 2010. Μια οικονομία που «αναπτύσσεται» χωρίς να βελτιώνει ουσιαστικά το βιοτικό επίπεδο της πλειονότητας των πολιτών δεν μπορεί να θεωρηθεί πραγματικά επιτυχημένη.
Εξίσου ανησυχητική είναι η χαμηλή αποταμίευση. Τα ελληνικά νοικοκυριά δεν διαθέτουν το αναγκαίο οικονομικό «μαξιλάρι» για να αντιμετωπίσουν νέες κρίσεις. Αυτό σημαίνει ότι οποιαδήποτε αναταραχή, γεωπολιτική, ενεργειακή ή χρηματοπιστωτική, μπορεί να μεταφραστεί άμεσα σε κοινωνική ασφυξία. Η ανθεκτικότητα που επικαλείται το ΙΟΒΕ παραμένει περισσότερο μακροοικονομική παρά κοινωνική.
Σε επίπεδο οικονομικής δομής, το χρόνιο έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών παραμένει ανοιχτή πληγή. Η Ελλάδα εξακολουθεί να καταναλώνει περισσότερα από όσα παράγει και να εξαρτάται από εισαγωγές, κάτι που αποκαλύπτει τη χαμηλή παραγωγικότητα και ανταγωνιστικότητα. Η ανάπτυξη χωρίς ισχυρή παραγωγική βάση είναι εύθραυστη και επισφαλής.
Παράλληλα, οι επενδύσεις, αν και αυξάνονται, παραμένουν χαμηλότερες από το επίπεδο που θα χρειαζόταν μια οικονομία που προσπαθεί να καλύψει το χαμένο έδαφος μιας δεκαετούς κρίσης. Το πιο ανησυχητικό όμως δεν είναι μόνο το ύψος τους, αλλά και η σύνθεσή τους, καθώς μεγάλο μέρος τους δεν κατευθύνεται σε τομείς που ενισχύουν μακροπρόθεσμα την παραγωγικότητα, όπως η καινοτομία, η έρευνα και το ανθρώπινο κεφάλαιο. Χωρίς αυτή την ποιοτική στροφή, η ανάπτυξη κινδυνεύει να παραμείνει επιφανειακή.
Επιπλέον, η υπερβολική εξάρτηση από το Ταμείο Ανάκαμψης λειτουργεί σαν δίκοπο μαχαίρι. Από τη μια πλευρά, δίνει ώθηση στην οικονομία· από την άλλη, καλλιεργεί την ψευδαίσθηση ότι το πρόβλημα λύνεται «αυτόματα». Όμως η επίδρασή του είναι πεπερασμένη και δεν μπορεί από μόνη της να καλύψει τις χρόνιες αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας.
Τέλος, το διεθνές και ευρωπαϊκό περιβάλλον γίνεται ολοένα και πιο ασταθές. Η επιβράδυνση της Ευρώπης, οι γεωπολιτικές εντάσεις και η στροφή σε υψηλότερες αμυντικές δαπάνες περιορίζουν τους πόρους που θα μπορούσαν να κατευθυνθούν σε κοινωνική και αναπτυξιακή πολιτική. Η Ελλάδα, με τις δομικές της αδυναμίες άλυτες, παραμένει ιδιαίτερα ευάλωτη.
Συμπερασματικά, η εικόνα που περιγράφει το ΙΟΒΕ, αν διαβαστεί προσεκτικά, δεν είναι τόσο αισιόδοξη όσο παρουσιάζεται. Η ελληνική οικονομία μπορεί να αναπτύσσεται, αλλά το κάνει χωρίς να θεραπεύει τις βαθιές παθογένειες της, τα χαμηλά πραγματικά εισοδήματα, την ασθενή παραγωγικότητα, τις χαμηλές και κακής ποιότητας επενδύσεις, τα εξωτερικά ελλείμματα και την κοινωνική επισφάλεια. Χωρίς ουσιαστική αλλαγή πολιτικής , η «βελτίωση» θα μείνει μια στατιστική επιτυχία χωρίς αντίκρισμα στη ζωή των πολιτών.






