Η απάντηση δεν κρύβεται σε κάποιο «στρατηγικό λάθος» της επικοινωνίας, αλλά στην ωμή καθημερινότητα που βιώνει ο πολίτης.
Η ακρίβεια καλπάζει, τα υποτιθέμενα αυξημένα εισοδήματα εξανεμίζονται πολύ πριν τελειώσει ο μήνας και το γιγάντιο ιδιωτικό χρέος πνίγει κάθε ελπίδα ανάκαμψης.
Όταν επτά στους δέκα πολίτες, σύμφωνα με όλες τις δημοσκοπήσεις των τελευταίων χρόνων, δηλώνουν ότι η χώρα κινείται προς τη λάθος κατεύθυνση, δεν πρόκειται για παροδική δυσαρέσκεια. Πρόκειται για βαθιά κοινωνική εξάντληση, που καμία «εξωγενής δικαιολογία» δεν μπορεί πλέον να ωραιοποιήσει.
Το κυβερνητικό αφήγημα περί «αυξήσεων στους μισθούς» καταρρέει κάτω από το βάρος του πληθωρισμού της απληστίας. Όπως παραδέχεται ακόμη και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, το 45% της ακρίβειας αποδίδεται στα αυξημένα επιχειρηματικά κέρδη, ενώ μόλις το 25% στις ονομαστικές αυξήσεις μισθών που η κυβέρνηση και η Τράπεζα της Ελλάδας προσπαθούν να πείσουν ότι ευθύνονται, απλά και μόνο για να περιορίζονται οι αυξήσεις των μισθών. Στην πράξη, οι πολίτες βιώνουν μια βίαιη εξαΰλωση των εισοδημάτων τους.
Δεν είναι τυχαίο, μάλιστα ότι στη τελευταία δημοσκόπηση της Metron Analysis το 51,8% δηλώνει πως το 2019 είχε μεγαλύτερη οικονομική άνεση από ό,τι σήμερα. Το αίσθημα διαρκούς φτωχοποίησης, σε συνδυασμό με ιδιωτικό χρέος που υπερβαίνει τα 230 δισ. ευρώ και κρατά σε ομηρία 4 εκατομμύρια φορολογούμενους, δημιουργεί εκρηκτικές κοινωνικές συνθήκες. Όταν λιγότερο από το 25% των οφειλετών μπορεί να τηρήσει τις ρυθμίσεις του, η πολυδιαφημισμένη «ανάπτυξη» μοιάζει με κακόγουστο ανέκδοτο για τη μεγάλη πλειοψηφία που παλεύει με την εφορία, τα ασφαλιστικά ταμεία και τα κόκκινα δάνεια.
Η δομική αυτή αποτυχία στην οικονομία αποτυπώνεται στο συντριπτικό 78% των αρνητικών γνωμών για τα κυβερνητικά πεπραγμένα, σύμφωνα με την προαναφερόμενη δημοσκόπηση. Κι όμως, αντί για αυτοκριτική, επιχειρείται συστηματικά η διαμόρφωση μιας εικονικής πραγματικότητας μέσα από την αμφιλεγόμενη «εκτίμηση ψήφου», ώστε η Νέα Δημοκρατία να εμφανίζεται τεχνητά στα επίπεδα του 28% των ευρωεκλογών.
Η πραγματικότητα, ωστόσο, αποκαλύπτεται στην «πρόθεση ψήφου», που αποτελεί ένα «καθαρό» νούμερο όπου τα ποσοστά του κυβερνώντος κόμματος διολισθαίνουν στο περίπου 21%, καταδεικνύοντας την έκταση της φθοράς. Η κοινωνία αντιλαμβάνεται πως το κράτος πρόνοιας και η ασφάλεια έχουν υποχωρήσει, ενώ οι θεσμοί και η δημοκρατία απαξιώνονται — όπως καταγράφει το 74% των πολιτών.
Όσο το Μέγαρο Μαξίμου, με την βοήθεια και των φιλικών του μέσων ενημέρωσης, επιμένει να παρουσιάζει μια εικόνα ευμάρειας μέσα από επικοινωνιακές καμπάνιες και στατιστικές αλχημείες, τόσο θα βαθαίνει το ρήγμα με μια κοινωνία που νιώθει ότι την κοροϊδεύουν κατάμουτρα. Την ώρα που η ακρίβεια και το ιδιωτικό χρέος διαβρώνουν συστηματικά τον κοινωνικό ιστό, καμία επικοινωνιακή διαχείριση δεν μπορεί να ανατρέψει τη βιωμένη πραγματικότητα.






