Η αντιπολίτευση έσπευσε να χαιρετίσει την απόφαση ως την αρχή του τέλους για την ασυλία των πρωταγωνιστών, δείχνοντας προς την κατεύθυνση των «ηθικών αυτουργών», της πολιτικής ηγεσίας και του Μεγάρου Μαξίμου.
Ωστόσο, η απάντηση του κυβερνητικού εκπροσώπου, Παύλου Μαρινάκη, υπήρξε για ακόμη μια φορά το ίδιο στερεότυπο, πλην όμως έωλο επιχείρημα: «Αποφασίστε αν εμπιστεύεστε τη Δικαιοσύνη... εμείς την εμπιστευόμαστε εν συνόλω».
Η κυβερνητική γραμμή προσπαθεί να επιβάλει έναν ιδιότυπο «νόμο της σιωπής» γύρω από τις δικαστικές αποφάσεις, βαφτίζοντας την κριτική ως θεσμική ασέβεια. Πρόκειται για μια λογική πλάνη. Η Δικαιοσύνη δεν είναι ένας μεταφυσικός, αλάνθαστος οργανισμός, αλλά ένας θεσμός που στελεχώνεται από ανθρώπους.
Όπως σε κάθε κλάδο, έτσι και στο δικαστικό σώμα υπάρχουν λειτουργοί που τιμούν τον όρκο τους, ερευνούν εις βάθος και δεν πτοούνται από πολιτικές πιέσεις.
Αλλά δυστυχώς υπάρχουν και πρακτικές και αποφάσεις που προκαλούν εύλογα το κοινό περί δικαίου αίσθημα, δημιουργώντας την υπόνοια μιας «ελεγχόμενης» ή βραδυπορούσας δικαιοσύνης, ειδικά όταν στο κάδρο βρίσκονται κυβερνητικά στελέχη.
Είναι οξύμωρο να ζητά η κυβέρνηση λευκή επιταγή εμπιστοσύνης τη στιγμή που η κοινωνία παρακολουθεί με κομμένη την ανάσα τις εξελίξεις σε μείζονα ζητήματα.
Η καταδίκη των εκτελεστικών οργάνων (των τεσσάρων ιδιωτών) στο σκάνδαλο των υποκλοπών αποτελεί μεν μια δικαίωση, αλλά ταυτόχρονα αναδεικνύει το τεράστιο κενό στην απόδοση ευθυνών στους ηθικούς αυτουργούς. Όταν η έρευνα σταματά στους «μεσάζοντες» και δεν αγγίζει τον στενό πυρήνα της εξουσίας, η εμπιστοσύνη του πολίτη κλονίζεται.
Ή ακόμη χειρότερα, όπως στο έγκλημα των Τεμπών η κοινωνική οργή ξεχειλίζει. Οι καθυστερήσεις, οι παραλείψεις στη συλλογή στοιχείων και η αίσθηση ότι η δικαστική διερεύνηση κινείται με ρυθμούς που ευνοούν τη συγκάλυψη των πολιτικών προσώπων, αναζωπυρώνουν την αίσθηση περί διαπλοκής.
Το γεγονός ότι υπάρχουν δικαστές που κάνουν το καθήκον τους, όπως στην περίπτωση της πρόσφατης καταδίκης για τις υποκλοπές, δεν αποτελεί «κολυμβήθρα του Σιλωάμ» για όσες αποφάσεις ή ολιγωρίες μυρίζουν πολιτική σκοπιμότητα.
Η επίκληση της «εμπιστοσύνης στη Δικαιοσύνη» από την κυβέρνηση δεν είναι τίποτα άλλο από μια ασπίδα προστασίας για να αποφύγει την ουσία των κατηγοριών. Η δημοκρατία δεν κινδυνεύει από την κριτική στις δικαστικές αποφάσεις, αλλά από την αίσθηση ότι η Δικαιοσύνη λειτουργεί ως «πλυντήριο» για την εκάστοτε πολιτική ηγεσία.
Όταν το κοινό περί δικαίου αίσθημα προσβάλλεται βάναυσα από την ατιμωρησία των ισχυρών, η τυφλή εμπιστοσύνη δεν είναι αρετή, είναι συνενοχή. Η Δικαιοσύνη κρίνεται καθημερινά, όχι από τις δηλώσεις των εκπροσώπων, αλλά από την τόλμη της να κοιτάξει την εξουσία στα μάτια.






