Υπάρχουν πολλοί λόγοι που ο αγροτικός κόσμος είναι άκρως επιφυλακτικός στις κυβερνητικές υποσχέσεις για μέτρα που θα δώσουν λύσεις στα προβλήματα των παραγωγών.
Ο κυριότερος είναι αυτή καθεαυτή η Κοινή Αγροτική Πολιτική που εφαρμόζεται στην Ευρωπαϊκή Ένωση και φυσικά και στην χώρα μας κάθε άλλο παρά ενισχύσει τον αγροτοκτηνοτροφικό τομέα. Γι’ αυτό άλλωστε και στο σύνολο τους οι Ευρωπαίοι αγρότες συχνά πυκνά βρίσκονται διαμαρτυρόμενοι στους δρόμους.
Το αποκορύφωμα της επίθεσης κατά των ευρωπαίων αγροτών από τις ίδιες τους τις ηγεσίες, είναι τη δεδομένη περίοδο, η περιβόητη πλέον Mercosur, η συμφωνία ΕΕ και Λατινικής Αμερικής για να μπαίνουν στην Ευρώπη σωρηδόν αγροτικά προϊόντα.
Η συμφωνία Mercosur είναι μια τεράστια απειλή για τους Ευρωπαίους αγρότες. Τα αγροτικά προϊόντα της Νότιας Αμερικής μπαίνουν στην ευρωπαϊκή αγορά σε πολύ χαμηλότερες τιμές, επειδή παράγονται με χαλαρότερους κανόνες για φυτοφάρμακα, περιβάλλον και ευζωία ζώων. Αυτό δημιουργεί αθέμιτο ανταγωνισμό, πιέζει τις τιμές προς τα κάτω και υπονομεύει το εισόδημα των Ευρωπαίων παραγωγών, ιδιαίτερα των μικρών και οικογενειακών εκμεταλλεύσεων. Τελικά, κινδυνεύει η βιωσιμότητα της ευρωπαϊκής γεωργίας και η αγροτική παραγωγή υψηλής ποιότητας.
Και αν αυτό λίγο ενδιαφέρει τις θεωρούμενες βιομηχανικές χώρες, όπως η Γερμανία για παράδειγμα που πρωτοστατεί για την εφαρμογή της συμφωνίας, καθώς θα αυξήσει τις εξαγωγές της προς τις χώρες της Λατινικής Αμερικής με την σημαντική μείωση των δασμών που προβλέπει.
Εν κατακλείδι η Mercosur, που εσφαλμένα εμμέσως πλην σαφώς αποδέχεται η κυβέρνηση Μητσοτάκη είναι ένα κλασικό παράδειγμα όπου κερδίζουν οι μεγάλες εξαγωγικές βιομηχανίες και πιέζονται οι πρωτογενείς παραγωγοί. Κερδίζουν οι βόρειες ευρωπαϊκές χώρες και χάνει ο ευρωπαϊκός νότος στον οποίο ανήκει η Ελλάδα.
Και αυτό είναι το βασικό δείγμα γραφής της κυβέρνησης σήμερα.
Υπάρχει, όμως, ένας ακόμη διαχρονικά σημαντικός λόγος που καθιστά τους αγρότες επιφυλακτικούς στις κυβερνητικές υποσχέσεις και συζητείται ευρέως στα μπλόκα. Η στάση που τηρεί η κυβέρνηση απέναντι τους και οι επίμονες, αλλά ευτυχώς μάταιες, προσπάθειες της να κινητοποιήσει τον κοινωνικό αυτοματισμό και να στρέψει εναντίον τους άλλες επαγγελματικές και κοινωνικές τάξεις.
Όταν αντιμετωπίζεις με αυτό τον τρόπο, υπονομεύοντας, συκοφαντώντας ακόμη και απειλώντας μια ολόκληρη επαγγελματική τάξη, δεν μπορείς να της ζητάς να σε εμπιστευτούν και να πιστέψουν στις δήθεν καλές προθέσεις σου.
Το μόνο βέβαιο είναι ότι δεν υπάρχει κανένα κυβερνητικό σχέδιο για τον πρωτογενή τομέα, τον οποίο η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει θέσει στο περιθώριο, θεωρώντας ως ατμομηχανές της οικονομίας τον τουρισμό, το real estate και τις υπηρεσίες.
Η υποτυπώδης προσπάθεια που κάνει να τα «βρει» με τους αγρότες είναι τα «ψηφαλάκια», αν και πλέον, βλέποντας τις δημοσκοπήσεις, μάλλον θα πρέπει να έχει καταλάβει ότι δεν έχει ελπίδες να κερδίσει εκ νέου τον αγροτικό κόσμο, όπως άλλωστε και τους μικρομεσαίους και την πλειοψηφία των εργαζομένων.
Και προφανώς αυτός είναι και ο λόγος που έχει στραφεί αποκλειστικά στο «μάντρωμα» των φανατικών ψηφοφόρων της, που πάντως δεν αρκούν για να την καταστήσουν εκ νέου κυβερνητική δύναμη. Το κακό είναι ότι οι αγρότες -και όχι μόνο- είναι τα θύματα αυτών των πολιτικών επιλογών της.






