Και δυστυχώς δεν είναι προβληματικά μόνο τα οικονομικά της πλειοψηφίας των νοικοκυριών, αλλά η ίδια η ελληνική οικονομία στηρίζεται σε πήλινα πόδια.
Οι πανηγυρισμοί για τα έσοδα από τον τουρισμό κρύβουν μια ζοφερή αλήθεια. Η χώρα βυθίζεται σε μια ιδιότυπη «τουριστική μονοκαλλιέργεια» που δεν συνιστά πραγματική ανάπτυξη, αλλά μια ευάλωτη εξάρτηση.
Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για το 2025 είναι αμείλικτα, καθώς οι συνολικές εξαγωγές παρουσίασαν κάμψη της τάξης του 2,8% (από 49,9 δισ. ευρώ το 2024 σε 48,6 δισ. ευρώ το 2025), ενώ το δομικό εμπορικό έλλειμμα παραμένει στα ύψη, αγγίζοντας τα 33,5 δισ. ευρώ.
Η αποτυχία της κυβέρνησης να θωρακίσει την εγχώρια παραγωγή είναι εμφανής, καθώς το έλλειμμα χωρίς τα πετρελαιοειδή διευρύνθηκε περαιτέρω, αποδεικνύοντας ότι η παραγωγική βάση της χώρας παραμένει διαλυμένη και το μόνο που «παράγουμε» είναι κατανάλωση εισαγόμενων αγαθών.
Αυτό το οικονομικό μοντέλο, που εξαντλείται στην «ανάπτυξη» των ακινήτων, της εστίασης και των υπηρεσιών χαμηλής προστιθέμενης αξίας, είναι μαθηματικά βέβαιο πως δεν μπορεί να προσφέρει ποιοτικές θέσεις εργασίας.
Η νέα γενιά, παρά τα πλούσια προσόντα της, συμπιέζεται σε ένα περιβάλλον όπου ο μισθός των 1.200 ευρώ μοιάζει με ακατόρθωτο ταβάνι, δημιουργώντας κοινωνικά στρώματα που ζουν με όρους οικονομικής επιβίωσης ίδιους ή και χειρότερους από εκείνους των μνημονιακών χρόνων.
Η ανάπτυξη του 2-2,2% που διαφημίζεται δεν είναι προϊόν παραγωγικής δυναμικής, αλλά μια «φούσκα» τροφοδοτούμενη από τα ευρωπαϊκά κονδύλια και το real estate. Με δεδομένο ότι πάνω από το 60% των επενδύσεων συνδέεται άμεσα με το Ταμείο Ανάκαμψης, η λήξη του το 2026 θα αφήσει ένα τεράστιο χρηματοδοτικό κενό άνω των 15 δισ. ευρώ ετησίως, απειλώντας να γκρεμίσει το οικοδόμημα της ανάπτυξης σε ποσοστά της τάξης του 0,8-1%. Μια τέτοια οικονομία δεν είναι ισχυρή, είναι μια οικονομία σε απόλυτη εξάρτηση.
Η οικονομική κρίση κορυφώνεται με το γιγάντιο ιδιωτικό χρέος που ξεπερνά τα 230 δισ. ευρώ, μια βόμβα στα θεμέλια της κοινωνίας που περιλαμβάνει ληξιπρόθεσμες οφειλές 4 εκατομμυρίων φορολογουμένων προς την εφορία, τα ταμεία και τα «κόκκινα» δάνεια.
Όταν λιγότερο από το ένα τέταρτο των πολιτών μπορεί να ανταποκριθεί σε ρυθμίσεις οφειλών, η εικόνα δεν είναι αυτή μιας υγιούς οικονομίας, αλλά μιας κοινωνίας σε κατάσταση ολικής εξάντλησης που παρακολουθεί την κυβέρνηση να αυτοσχεδιάζει πάνω στα ερείπια της μεσαίας τάξης.
Παράλληλα, η θεσμική παρακμή συμβαδίζει με την οικονομική. Η διαφθορά, η απουσία διαφάνειας και η συνειδητή αποδυνάμωση των ελεγκτικών μηχανισμών έχουν δημιουργήσει ένα κράτος που λειτουργεί για τους λίγους.
Το πολιτικό σκηνικό χαρακτηρίζεται από μια πρωτοφανή αδυναμία σύγκλισης ακόμα και στα στοιχειώδη, όπου η κυβερνητική παράταξη αρνείται να παραδεχθεί την πραγματικότητα, φτάνοντας στο σημείο να υποπίπτει σε ότι δήθεν καταγγέλλει, σε συνεχή fake news.






