Κάπως έτσι κινδυνεύει να εξελιχθεί και η στρατηγική της Κομισιόν για την αντιμετώπιση της ενεργειακής ακρίβειας: αντί να γίνει φθηνότερη η ενέργεια, για τις μετακινήσεις, τη θέρμανση, τον ηλεκτρισμό ας μάθουμε τους Ευρωπαίους να καταναλώνουν λιγότερη.
Η Κομισιόν μιλά για περιορισμό της ζήτησης, μικρότερη κατανάλωση στη θέρμανση και την ψύξη, εξοικονόμηση ηλεκτρικής ενέργειας και μεγαλύτερη ευελιξία στην πλήρωση των αποθηκών φυσικού αερίου. Δηλαδή, όσο το ενεργειακό κόστος παραμένει πρόβλημα, τόσο περισσότερο η λύση μεταφέρεται από την πλευρά της προσφοράς στην πλευρά του καταναλωτή.
Και κάπου εδώ η ευρωπαϊκή πολιτική συναντά την ελληνική εκδοχή της.
Γιατί και στην Ελλάδα του Κυριάκου Μητσοτάκη ο πολίτης έχει συνηθίσει να ακούει ότι πρέπει να προσαρμοστεί. Ακριβή βενζίνη; Υπάρχουν τα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς. Ακριβό ρεύμα; Περιορίζουμε την κατανάλωση. Ακριβότερα προϊόντα; Κάνουμε πιο προσεκτικές αγορές. Ακριβαίνει η θέρμανση; Αναζητούμε τρόπους εξοικονόμησης.
Η λογική είναι σοκαριστικά απλοϊκή και ακραία αντικοινωνική: δεν χρειάζεται να φθηνύνει το κόστος ζωής, αρκεί να μάθει ο πολίτης να ζει με λιγότερα.
Ο πολίτης δεν χρειάζεται να του εξηγήσει κανείς ότι πρέπει να κάνει οικονομία. Το ξέρει. Αυτό που περιμένει είναι να δει αν οι πολιτικοί ταγοί του, είτε σε επίπεδο ΕΕ είτε οι εθνικές κυβερνήσεις μπορούν να κάνουν κάτι ώστε να μην είναι αναγκασμένος να σφίγγει συνεχώς το ζωνάρι.
Ακριβώς εκεί βρίσκεται το πολιτικό ερώτημα: όταν «πολύς κόσμος» δυσκολεύεται να ανταποκριθεί, η απάντηση είναι να του πούμε πώς θα καταναλώνει λιγότερο ή να αναζητήσουμε πιο αποφασιστικά τρόπους για να μειωθεί το ίδιο το κόστος;
Η Κομισιόν επιλέγει όλο και περισσότερο την πρώτη λογική. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη, με διαφορετικές αποχρώσεις , συχνά κινείται στην ίδια κατεύθυνση. Και έτσι οι Βρυξέλλες και το Μαξίμου συναντώνται σε ένα σημείο: ο πολίτης πρέπει να προσαρμοστεί στην ακρίβεια και την υποβάθμιση της ζωής του.
Αυτό είναι και το βαθύτερο πολιτικό πρόβλημα της σημερινής Κομισιόν. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, με την πολιτική της κατεύθυνση να κινείται κυρίως στον χώρο της κεντροδεξιάς, εμφανίζεται όλο και περισσότερο να αντιμετωπίζει την οικονομία από την πλευρά των αγορών, ενώ η κοινωνική διάσταση έρχεται σχεδόν πάντα δεύτερη.
Μόνο που μια Ευρώπη που ζητά συνεχώς από τους πολίτες της να κάνουν οικονομία παντού, αντί να σχεδιάζει και να υλοποιεί κοινωνικές πολιτικές, κινδυνεύει να «δικαιώσει» την αλληγορία με τον γάιδαρο του Χότζα.
Και τότε θα είναι αργά για να αναρωτηθούμε αν το πρόβλημα ήταν ο … γάιδαρος που έτρωγε ή η αναγκαστική «δίαιτα» που του επιβλήθηκε.






