Και πράγματι, η αποκατάσταση μιας άδικης περικοπής είναι θετική. Μόνο που εδώ υπάρχει μια μεγάλη πολιτική λαθροχειρία: ο πρωθυπουργός βρίσκεται επτά χρόνια στην εξουσία και παρουσιάζει σήμερα, λίγο πριν τις εκλογές, μια περιορισμένη διόρθωση ως μεγάλη κοινωνική αποκατάσταση.
Γιατί οι 8.500 δικαιούχοι που θα δουν αυξήσεις στις συντάξεις χηρείας δεν είναι το σύνολο των συνταξιούχων. Είναι μια μικρή μειοψηφία. Ακόμη και οι 75.000 που απαλλάσσονται από επιστροφές και οι 122.000 με δύο εθνικές συντάξεις δεν αλλάζουν τη μεγάλη εικόνα.
Η κυβέρνηση επιχειρεί να εμφανίσει μια συγκεκριμένη διόρθωση ως συνολική αποκατάσταση της κοινωνικής αδικίας. Όμως η πραγματικότητα των συνταξιούχων είναι πολύ μεγαλύτερη και πολύ πιο σκληρή.
Τα στοιχεία του «ΗΛΙΟΣ» είναι αποκαλυπτικά: έξι στους δέκα συνταξιούχους λαμβάνουν κύρια σύνταξη κάτω από 1.000 ευρώ, ενώ εκατοντάδες χιλιάδες βρίσκονται ακόμη χαμηλότερα. Η μέση κύρια σύνταξη κινείται περίπου στα 800-850 ευρώ μικτά. Αυτή είναι η πραγματική εικόνα. Και απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, η κυβέρνηση πανηγυρίζει για μια ρύθμιση που αφορά ένα περιορισμένο τμήμα των συνταξιούχων.
Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη πιο προκλητικό: η Εισφορά Αλληλεγγύης Συνταξιούχων, η γνωστή ΕΑΣ. Ένα μνημονιακό μέτρο, που θεσπίστηκε μέσα στην περίοδο της κρίσης και εξακολουθεί να επιβαρύνει σήμερα τους συνταξιούχους. Το ίδιο το υπουργείο Εργασίας αναγνωρίζει ότι η ΕΑΣ ισχύει από το 2010. Και σύμφωνα με τα στοιχεία του κρατικού προϋπολογισμού, οι συνταξιούχοι εξακολουθούν να καταβάλλουν περίπου 888 εκατ. ευρώ τον χρόνο μέσω της ΕΑΣ.
Επτά χρόνια κυβέρνησης Μητσοτάκη δεν ήταν αρκετά για να καταργηθεί αυτό το μνημονιακό χαράτσι. Αντιθέτως, παραμένει βασικός χρηματοδοτικός μηχανισμός του ΑΚΑΓΕ. Κι όμως, η κυβέρνηση μιλά σήμερα για «κοινωνική δικαιοσύνη».
Αν υπάρχει πραγματική κοινωνική δικαιοσύνη, τότε η ΕΑΣ θα έπρεπε να έχει καταργηθεί εδώ και χρόνια. Τα μνημόνια τελείωσαν, η χώρα βγήκε από τα προγράμματα, η οικονομία υποτίθεται ότι αναπτύσσεται και τα δημοσιονομικά περιθώρια διευρύνονται. Γιατί λοιπόν ένα μέτρο της μνημονιακής εποχής εξακολουθεί να κόβει χρήματα από τις συντάξεις;
Η απάντηση είναι πολιτική: επειδή είναι πολύ ευκολότερο να ανακοινώνεις μια επιλεκτική παροχή και να τη βαφτίζεις «αποκατάσταση αδικίας», παρά να αντιμετωπίζεις το συνολικό πρόβλημα του εισοδήματος των συνταξιούχων.
Και το πραγματικό πρόβλημα είναι ότι ένας τεράστιος αριθμός ηλικιωμένων προσπαθεί να ζήσει με συντάξεις που δεν επαρκούν για την ακρίβεια, το ηλεκτρικό ρεύμα, τα τρόφιμα, τη στέγαση και την υγεία.
Γι’ αυτό η πραγματική πολιτική επιλογή δεν μπορεί να είναι μια ακόμη επικοινωνιακή ανακοίνωση. Χρειάζεται ουσιαστική αύξηση των χαμηλών συντάξεων, κατάργηση της ΕΑΣ και επαναφορά ενός πραγματικού ΕΚΑΣ για τους χαμηλοσυνταξιούχους, με σύγχρονα και δίκαια κριτήρια.
Το ΕΚΑΣ καταργήθηκε και άφησε τους χαμηλοσυνταξιούχους χωρίς ένα κρίσιμο δίχτυ προστασίας. Δεν είναι δυνατόν μια χώρα που θέλει να λέγεται κοινωνικό κράτος να θεωρεί πολυτέλεια την προστασία ενός ηλικιωμένου που δεν μπορεί να πληρώσει τα βασικά.
Επομένως, ναι, να διορθωθούν οι συντάξεις χηρείας. Αλλά ας μην βαφτίζουμε μια περιορισμένη παρέμβαση «τέλος μιας μεγάλης κοινωνικής αδικίας».
Επτά χρόνια κυβερνά ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Αν πραγματικά ήθελε να λύσει το πρόβλημα των συνταξιούχων, είχε άπλετο χρόνο. Το γεγονός ότι τους θυμήθηκε τώρα, σε μια περίοδο που η πολιτική αντιπαράθεση έχει ήδη πάρει προεκλογικά χαρακτηριστικά, δεν μπορεί παρά να δημιουργεί ερωτήματα για το timing και την επικοινωνιακή στόχευση της απόφασης.
Οι συνταξιούχοι δεν χρειάζονται επικοινωνιακά τεχνάσματα. Χρειάζονται εισόδημα που να τους επιτρέπει να ζουν με αξιοπρέπεια.
Γιατί κοινωνική δικαιοσύνη δεν είναι να διορθώνεις μία περικοπή επτά χρόνια μετά και να την παρουσιάζεις ως μεγάλη μεταρρύθμιση. Κοινωνική δικαιοσύνη είναι να μπορεί ο ηλικιωμένος να πληρώνει το φαγητό, το ρεύμα και τα φάρμακά του χωρίς να αναρωτιέται τι θα στερηθεί τον επόμενο μήνα.





