Γιάννης Τριήρης: Στην Ελλάδα οι τράπεζες έχουν πάντα έναν λόγο να … χαμογελούν

Γιάννης Τριήρης: Στην Ελλάδα οι τράπεζες έχουν πάντα έναν λόγο να … χαμογελούν
Παρασκευή, 02/10/2026 - 08:03

Στην Ελλάδα του Κυριάκου Μητσοτάκη οι τράπεζες φαίνεται πως έχουν βρει το ιδανικό επιχειρηματικό περιβάλλον: φθηνό χρήμα από τον καταθέτη, ακριβό χρήμα για τον δανειολήπτη και μια κυβέρνηση που παρεμβαίνει όταν οι χρεώσεις γίνονται πολιτικά δύσκολες, αλλά αποφεύγει να αγγίξει την καρδιά του προβλήματος.

Τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος για τον Αύγουστο είναι αποκαλυπτικά. Ο καταθέτης με μια απλή κατάθεση ταμιευτηρίου παίρνει μόλις 0,03% ετησίως. Αν ο ίδιος άνθρωπος χρειαστεί να χρησιμοποιήσει πιστωτική κάρτα, ανοικτό καταναλωτικό ή υπερανάληψη, το κόστος φτάνει το 14,59%.

Δεν είναι απλώς μια μεγάλη διαφορά επιτοκίων. Είναι η εικόνα ενός συστήματος στο οποίο η τράπεζα αγοράζει το χρήμα του πολίτη σχεδόν τζάμπα και το πουλάει σε εκείνον όταν το έχει ανάγκη σε πολλαπλάσια τιμή.

Και το πρόβλημα δεν είναι μόνο ελληνικό επειδή οι τράπεζες κερδίζουν ή κατά πολλούς αισχροκερδούν. Είναι ελληνικό επειδή η απόσταση από την υπόλοιπη Ευρώπη είναι τεράστια. Στα στοιχεία της ΕΚΤ για το περιθώριο δανεισμού προς νοικοκυριά και επιχειρήσεις, η Ελλάδα βρισκόταν τον Μάρτιο του 2026 στο 2,52%, ενώ αντίστοιχα η Γερμανία ήταν στο 1,66%, η Ισπανία στο 1,40%, η Ιταλία στο 1,29% και η Ολλανδία στο 1,49%.

Αυτό δεν αποδεικνύει από μόνο του «αισχροκέρδεια». Αποδεικνύει όμως κάτι που η κυβέρνηση οφείλει να απαντήσει: γιατί το κόστος της τραπεζικής διαμεσολάβησης παραμένει τόσο υψηλό στην Ελλάδα σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές αγορές και αν ο ανταγωνισμός λειτουργεί πραγματικά προς όφελος του πελάτη.

Η απάντηση δεν μπορεί να είναι ότι «η αγορά αποφασίζει». Γιατί η ίδια η κυβέρνηση έχει ήδη αποδείξει ότι μπορεί να παρέμβει στην αγορά έστω και παρελκυστικά ψηφίζοντας νόμους που όμως τελικά δεν εφαρμόζονται ή καταστρατηγούνται.

Τελικά το μόνο βέβαιο είναι πως η κυβέρνηση ακολουθεί τα «πιστεύω» της. Το επιχείρημα πως «δεν γίνεται να παρέμβουμε στις τράπεζες». Το αποδεικνύει η συνολική τραπεζική κερδοφορία που παραμένει εντυπωσιακή. Η Τράπεζα της Ελλάδος καταγράφει για το 2025 κέρδη μετά από φόρους ύψους 4,7 δισ. ευρώ για τους ελληνικούς τραπεζικούς ομίλους, έναντι 4,2 δισ. το 2024.

Και εδώ αρχίζει το πραγματικό πολιτικό ζήτημα. Οι τράπεζες δεν είναι φιλανθρωπικά ιδρύματα. Είναι επιχειρήσεις και δικαιούνται να κερδίζουν. Όταν όμως ένα τραπεζικό σύστημα εμφανίζει τέτοια κερδοφορία, ενώ ο καταθέτης αμείβεται με ψίχουλα και ο μικρός δανειολήπτης αντιμετωπίζει πανάκριβη πίστωση, η κυβέρνηση δεν μπορεί να περιορίζεται σε μια σειρά από διορθώσεις στις πιο εξόφθαλμες χρεώσεις και να θεωρεί ότι έκανε το καθήκον της.

Πολύ περισσότερο όταν οι ελληνικές τράπεζες δεν βρέθηκαν ξαφνικά σε αυτή την κατάσταση. Το κράτος, δηλαδή οι ίδιοι οι πολίτες και οι ευρωπαϊκοί θεσμοί στήριξαν επί χρόνια την εξυγίανση του τραπεζικού συστήματος, ενώ η οικονομία χρηματοδοτείται πλέον και μέσω μεγάλων δημόσιων και ευρωπαϊκών εργαλείων. Η ίδια η Τράπεζα της Ελλάδος επισημαίνει ότι η πιστωτική επέκταση στηρίζεται σημαντικά και σε πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης και σε χρηματοδοτικά εργαλεία του Δημοσίου.

Το ζητούμενο, λοιπόν, δεν είναι να τιμωρηθούν οι τράπεζες επειδή κερδίζουν. Είναι να πάψει η πολιτεία να θεωρεί φυσιολογικό ότι ο πολίτης βρίσκεται μονίμως στη λάθος πλευρά της τραπεζικής συναλλαγής.

Στη μία πλευρά είναι ο πολίτης ως καταθέτης που αφήνει τα χρήματά του στην τράπεζα με σχεδόν μηδενική απόδοση. Στην άλλη είναι πάλι ο πολίτης, αυτή τη φορά ως δανειολήπτης που πληρώνει ακριβά επειδή χρειάζεται χρήματα. Και ανάμεσά τους βρίσκεται ένα τραπεζικό σύστημα με κέρδη δισεκατομμυρίων.

Τα ερωτήματα, λοιπόν, είναι απλά και απευθύνεται στην κυβέρνηση: Γιατί απέναντι σε ένα τραπεζικό σύστημα που εμφανίζει τέτοια κερδοφορία, η προστασία του πολίτη παραμένει ζητούμενο; Γιατί δεν παρεμβαίνει ώστε να περιοριστεί η τεράστια ψαλίδα ανάμεσα στην απόδοση των καταθέσεων και στο κόστος του δανεισμού;

Αλλά κατά τα φαινόμενα και η απάντηση είναι απλή: Είναι θέμα πολιτικής επιλογής να αφεθεί η τραπεζική αγορά να λειτουργεί έτσι όπως λειτουργεί.