Οι δείκτες μπορεί να εμφανίζουν μικρότερες αυξήσεις ή ακόμη και οριακές μειώσεις σε ορισμένες κατηγορίες προϊόντων, όμως η πραγματικότητα που βιώνουν καθημερινά τα ελληνικά νοικοκυριά παραμένει αμείλικτη: η ακρίβεια όχι μόνο δεν έχει υποχωρήσει, αλλά εξακολουθεί να εξανεμίζει το διαθέσιμο εισόδημα και να συμπιέζει το βιοτικό επίπεδο εκατομμυρίων πολιτών.
Η κυβέρνηση επιχειρεί για ακόμη μία φορά να συγχέει τον πληθωρισμό με την ακρίβεια. Πρόκειται για μια πολιτικά βολική ανάγνωση της πραγματικότητας. Ο πληθωρισμός μετρά τον ρυθμό μεταβολής των τιμών, όχι το ύψος τους. Όταν οι τιμές έχουν ήδη εκτοξευθεί τα προηγούμενα χρόνια, η επιβράδυνση του ρυθμού αύξησής τους δεν σημαίνει ότι οι πολίτες πληρώνουν λιγότερα. Σημαίνει απλώς ότι συνεχίζουν να αγοράζουν πανάκριβα προϊόντα, τα οποία ακριβαίνουν με πιο αργό ρυθμό.
Αρκεί μια επίσκεψη σε οποιοδήποτε σούπερ μάρκετ για να καταρρεύσει το κυβερνητικό αφήγημα. Η οριακή μείωση του δείκτη τιμών κατά 0,47% τον Ιούλιο δεν διαγράφει τις τεράστιες αυξήσεις που προηγήθηκαν τα τελευταία χρόνια. Ούτε ο καταναλωτής γεμίζει ευκολότερα το καλάθι του επειδή κάποιοι στατιστικοί δείκτες κινούνται οριακά χαμηλότερα. Οι μισθοί και οι συντάξεις εξακολουθούν να υπολείπονται του πραγματικού κόστους ζωής, ενώ το εισόδημα των νοικοκυριών εξαντλείται ολοένα και νωρίτερα μέσα στον μήνα.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα, όμως, δεν είναι οι κυβερνητικοί πανηγυρισμοί. Είναι ότι επτά χρόνια μετά την ανάληψη της διακυβέρνησης, η κυβέρνηση Μητσοτάκη εξακολουθεί να αντιμετωπίζει την ακρίβεια με λάθος συνταγή. Αντί να παρεμβαίνει στις αιτίες που τροφοδοτούν τις ανατιμήσεις, επιλέγει να μοιράζει επιδόματα, vouchers και έκτακτες ενισχύσεις, δημιουργώντας την ψευδαίσθηση ότι προστατεύει την κοινωνία.
Στην πραγματικότητα, πρόκειται για μια πολιτική που δεν θεραπεύει το πρόβλημα, αλλά διαχειρίζεται τις συνέπειές του. Οι επιδοτήσεις λειτουργούν ως προσωρινό παυσίπονο, χωρίς να αγγίζουν τις πραγματικές αιτίες της ακρίβειας. Και όσο αυτές παραμένουν ανέγγιχτες, τόσο οι πολίτες θα χρειάζονται διαρκώς νέες επιδοτήσεις για να ανταπεξέλθουν.
Οι αιτίες είναι γνωστές και δεν ανακαλύπτονται σήμερα. Το υψηλό ενεργειακό κόστος μεταφέρεται σε ολόκληρη την αλυσίδα παραγωγής και διανομής. Η ελληνική αγορά εξακολουθεί να εμφανίζει σοβαρές στρεβλώσεις και περιορισμένο ανταγωνισμό σε αρκετούς κλάδους, επιτρέποντας υπερβολικά περιθώρια κέρδους. Ταυτόχρονα, η χώρα εξακολουθεί να στηρίζεται υπέρμετρα στις εισαγωγές, ακόμη και για προϊόντα που θα μπορούσε να παράγει ανταγωνιστικά, γεγονός που την καθιστά ιδιαίτερα ευάλωτη σε κάθε διεθνή αναταραχή.
Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση αρνείται να αξιοποιήσει ουσιαστικά εργαλεία που θα μπορούσαν να μειώσουν πραγματικά το κόστος ζωής. Αντί να προχωρήσει σε στοχευμένες μειώσεις του ΦΠΑ στα βασικά είδη διατροφής και του ειδικού φόρου κατανάλωσης στα καύσιμα, επιμένει ότι κάτι τέτοιο δεν θα ωφελήσει τον καταναλωτή, επειδή –όπως ισχυρίζεται– οι μειώσεις δεν θα περάσουν στις τελικές τιμές.
Το επιχείρημα αυτό, όμως, αποτελεί ουσιαστικά ομολογία αποτυχίας. Αν μια κυβέρνηση θεωρεί ότι αδυνατεί να διασφαλίσει πως μια μείωση φόρων θα φτάσει στον καταναλωτή, τότε παραδέχεται ότι δεν μπορεί να ελέγξει αποτελεσματικά τη λειτουργία της αγοράς. Αντίθετα, εάν διαθέτει τους μηχανισμούς που συχνά επικαλείται –την Επιτροπή Ανταγωνισμού, τις ελεγκτικές υπηρεσίες, τις ψηφιακές πλατφόρμες παρακολούθησης τιμών και κάθε άλλο διαθέσιμο εργαλείο– τότε δεν υπάρχει καμία δικαιολογία για να μην προχωρήσει σε γενναίες φορολογικές παρεμβάσεις στα βασικά αγαθά.
Παράλληλα, απαιτούνται πολύ αυστηρότεροι έλεγχοι στις αγορές όπου καταγράφονται υπερβολικά περιθώρια κέρδους, ουσιαστική ενίσχυση της Επιτροπής Ανταγωνισμού και πραγματική φορολόγηση των υπερκερδών όπου αυτά αποδεδειγμένα προκύπτουν. Δεν μπορεί η κοινωνία να χρηματοδοτεί, μέσω επιδομάτων, τις συνέπειες μιας αγοράς που σε αρκετές περιπτώσεις λειτουργεί με στρεβλώσεις και ανεπαρκή ανταγωνισμό.
Το ίδιο ισχύει και για το ενεργειακό κόστος, που εξακολουθεί να συμπαρασύρει το σύνολο σχεδόν των προϊόντων. Αντί για επιδοτήσεις και έκτακτα μέτρα περιορισμένης διάρκειας, απαιτείται μια συνεκτική ενεργειακή πολιτική που θα μειώνει μόνιμα το κόστος παραγωγής και μεταφοράς.
Εξίσου κρίσιμη είναι η ανασυγκρότηση της παραγωγικής βάσης της χώρας. Η Ελλάδα δεν μπορεί να συνεχίσει να εισάγει ακόμη και προϊόντα που θα μπορούσε να παράγει με ανταγωνιστικούς όρους. Η ενίσχυση της πρωτογενούς παραγωγής, της μεταποίησης και των εγχώριων αλυσίδων εφοδιασμού δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακή επιλογή· αποτελεί βασικό όρο για να περιοριστούν οι πληθωριστικές πιέσεις σε βάθος χρόνου.
Η κυβέρνηση, όμως, φαίνεται να προτιμά μια διαφορετική στρατηγική. Διατηρεί υψηλούς έμμεσους φόρους, εισπράττει αυξημένα φορολογικά έσοδα ακριβώς επειδή οι τιμές παραμένουν υψηλές και στη συνέχεια επιστρέφει ένα μικρό μέρος αυτών των εσόδων μέσω επιδομάτων, παρουσιάζοντάς τα ως κοινωνική πολιτική. Πρόκειται για έναν φαύλο κύκλο που δεν λύνει το πρόβλημα της ακρίβειας· απλώς το διαχειρίζεται επικοινωνιακά.
Η πραγματικότητα είναι ότι η κυβέρνηση έχει επιλέξει να συμβιβαστεί με την ακρίβεια. Αντί να συγκρουστεί με τις αιτίες που τη γεννούν, προτιμά να διαχειρίζεται το πολιτικό κόστος που αυτή προκαλεί. Κάθε μικρή αποκλιμάκωση του πληθωρισμού μετατρέπεται σε επικοινωνιακό θρίαμβο, ενώ κάθε επίδομα παρουσιάζεται ως απόδειξη κοινωνικής ευαισθησίας.
Οι πολίτες, όμως, γνωρίζουν πολύ καλά τι συμβαίνει. Δεν ζουν μέσα στους στατιστικούς πίνακες της κυβέρνησης. Ζουν στην πραγματική οικονομία. Εκεί όπου ο λογαριασμός στο ταμείο του σούπερ μάρκετ παραμένει δυσανάλογα υψηλός, η βενζίνη εξακολουθεί να κοστίζει ακριβά, τα ενοίκια έχουν εκτιναχθεί και ο μισθός τελειώνει πολύ πριν τελειώσει ο μήνας.
Η αντιμετώπιση της ακρίβειας απαιτεί πολιτική βούληση και διαρθρωτικές παρεμβάσεις: μείωση του ΦΠΑ στα βασικά αγαθά, μείωση του ειδικού φόρου κατανάλωσης στα καύσιμα, αποφασιστική πάταξη της αισχροκέρδειας, φορολόγηση των υπερκερδών όπου αυτά διαπιστώνονται, ενίσχυση του ανταγωνισμού και ένα ολοκληρωμένο σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας.
Ό,τι ακριβώς δεν πράττει η κυβέρνηση, επιμένοντας σε λάθος συνταγή για την ακρίβεια.






