Η εξαγγελία του υπουργού Ανάπτυξης Τάκη Θεοδωρικάκου ότι από τις 31 Αυγούστου θα ξεκινήσει μια «εθνική πρωτοβουλία» για μειώσεις τουλάχιστον 5% στις τιμές βασικών προϊόντων αποτελεί ακριβώς μια τέτοια περίπτωση. Την ώρα που τα ελληνικά νοικοκυριά μετρούν καθημερινά τα ευρώ στο σούπερ μάρκετ, που οι οικογενειακοί προϋπολογισμοί καταρρέουν υπό το βάρος της ακρίβειας και που ο πληθωρισμός εξακολουθεί να τροφοδοτεί νέες ανατιμήσεις, η κυβέρνηση ζητά από τους πολίτες να κάνουν... υπομονή μέχρι το φθινόπωρο.
Το ερώτημα που προκύπτει είναι αμείλικτο και δεν μπορεί να αποφευχθεί με επικοινωνιακές εξαγγελίες. Γιατί όχι τώρα; Αν η κυβέρνηση διαθέτει τα εργαλεία ώστε να επιτύχει μειώσεις στις τιμές, γιατί αφήνει τους πολίτες να συνεχίσουν να πληρώνουν υπέρογκα ποσά για δύο ακόμη μήνες; Τι ακριβώς θα αλλάξει στις 31 Αυγούστου που δεν μπορεί να αλλάξει σήμερα; Αν υπάρχει δυνατότητα παρέμβασης, τότε η αναβολή συνιστά πολιτική επιλογή σε βάρος της κοινωνίας. Αν δεν υπάρχει, τότε οι υποσχέσεις περί μειώσεων δεν είναι τίποτε περισσότερο από ένα επικοινωνιακό πυροτέχνημα.
Και όλα αυτά ανακοινώνονται την ίδια στιγμή που τα επίσημα στοιχεία για τον πληθωρισμό αποτυπώνουν μια ζοφερή πραγματικότητα. Οι τιμές συνεχίζουν να κινούνται ανοδικά, με τη στέγαση να καταγράφει εκρηκτική αύξηση 10,6%, τις μεταφορές 7,2%, τα ξενοδοχεία, τα καφέ και τα εστιατόρια 7,7%, ενώ η διατροφή εξακολουθεί να επιβαρύνει σημαντικά τα νοικοκυριά. Το κρέας, τα γαλακτοκομικά, τα αρτοσκευάσματα, ο καφές και μια σειρά από βασικά αγαθά παραμένουν ακριβά, την ώρα που οι μισθοί αδυνατούν να ακολουθήσουν τον καταιγισμό των ανατιμήσεων.
Η εικόνα που βιώνουν καθημερινά οι πολίτες δεν έχει καμία σχέση με την αισιοδοξία που επιχειρεί να καλλιεργήσει η κυβέρνηση. Στα ταμεία των σούπερ μάρκετ, στις λαϊκές αγορές, στους λογαριασμούς του ρεύματος, στα ενοίκια και στα καύσιμα, η πραγματικότητα είναι αμείλικτη. Κάθε εβδομάδα οι οικογένειες αναγκάζονται να κόβουν ακόμη περισσότερα από τις ανάγκες τους για να μπορέσουν να τα βγάλουν πέρα. Η ακρίβεια δεν είναι μια αφηρημένη στατιστική. Είναι η καθημερινότητα εκατομμυρίων πολιτών που βλέπουν το εισόδημά τους να εξανεμίζεται πριν τελειώσει ο μήνας.
Ακόμη πιο προβληματικό είναι ότι η ίδια η κυβέρνηση παραδέχεται ουσιαστικά πως η συμμετοχή των επιχειρήσεων στη συγκεκριμένη πρωτοβουλία θα είναι εθελοντική. Δηλαδή, παρουσιάζεται ως μεγάλη κυβερνητική παρέμβαση ένα σχέδιο που βασίζεται στην καλή διάθεση των εταιρειών να μειώσουν τις τιμές τους. Αν αυτό είναι το βασικό εργαλείο αντιμετώπισης της ακρίβειας, τότε εύλογα γεννάται το ερώτημα γιατί δεν ενεργοποιήθηκε εδώ και μήνες, όταν οι πολίτες άρχισαν να γονατίζουν από τις συνεχείς αυξήσεις.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη επιμένει να αντιμετωπίζει την ακρίβεια περισσότερο ως επικοινωνιακό πρόβλημα παρά ως κοινωνική κρίση. Ανακοινώνει μέτρα που μετατίθενται χρονικά, δημιουργεί προσδοκίες για το μέλλον και αποφεύγει να απαντήσει στο βασικό ερώτημα: γιατί οι Έλληνες πρέπει να συνεχίσουν να πληρώνουν αδικαιολόγητα ακριβά μέχρι το τέλος του καλοκαιριού; Γιατί μια οικογένεια να στερηθεί βασικά αγαθά τον Ιούλιο και τον Αύγουστο, περιμένοντας μια υποτιθέμενη μείωση τον Σεπτέμβριο;
Η κοινωνία δεν χρειάζεται υποσχέσεις με ημερομηνία λήξης ούτε επικοινωνιακές φιέστες. Χρειάζεται άμεσες παρεμβάσεις που να ανακουφίζουν σήμερα τους πολίτες και όχι σε δύο μήνες. Γιατί η ακρίβεια δεν κάνει διακοπές. Και όσο η κυβέρνηση επιλέγει να μεταθέτει τις λύσεις για αργότερα, τόσο ενισχύεται η αίσθηση ότι ο εμπαιγμός έχει πλέον αντικαταστήσει την ουσιαστική πολιτική απέναντι σε ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της ελληνικής κοινωνίας.






