Οι πολυδιαφημιζόμενες μειώσεις τιμών στα σούπερ μάρκετ, μέσω της λεγόμενης «συμφωνίας κυρίων» με προμηθευτές και αλυσίδες λιανεμπορίου, μπορεί να δημιουργούν ένα θετικό επικοινωνιακό αφήγημα, όμως η πραγματικότητα που βιώνουν οι καταναλωτές είναι πολύ διαφορετική.
Ακόμη και από τα πρώτα στοιχεία της διαδικασίας που βλέπουν το φως τη δημοσιότητας προκύπτει ότι οι περισσότερες μειώσεις που προτείνονται από σούπερ μάρκετ και προμηθευτές κινούνται στο ελάχιστο όριο του 5%, που είχε συμφωνηθεί και όχι στο 20% που διατυμπάνιζε η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Ανάπτυξης. Όμως ακόμη και αν εφαρμοστούν από … φθινόπωρο, όπως προβλέπει η «συμφωνία» κάποιες μεγαλύτερες μειώσεις σε ορισμένα προϊόντα, το βασικό ερώτημα παραμένει: σε ποια τιμή εφαρμόζεται αυτή η μείωση και πόσο απέχει από τα επίπεδα που υπήρχαν πριν ξεκινήσει το κύμα των ανατιμήσεων;
Γιατί η μεγάλη εικόνα που επιμελώς αποφεύγεται να αναδειχθεί είναι ότι όταν ένα προϊόν έχει αυξηθεί κατά 30%, 40% ή και περισσότερο, δεν γίνεται φθηνό επειδή … θα μειωθεί κατά 5% και μάλιστα μετά από ένα μήνα και βάλε και για περιορισμένο χρονικό διάστημα μέχρι να αυξηθεί και πάλι υπέρμετρα. Αυτές δεν είναι μειώσεις τιμών είναι εμπαιγμός των καταναλωτών.
Σε κάθε περίπτωση η αντιμετώπιση της ακρίβειας, δεν μπορεί να εξαντλείται σε συμφωνίες με τις επιχειρήσεις και σε περιορισμένες μειώσεις τιμών. Χρειάζονται ουσιαστικές παρεμβάσεις που να μειώνουν πραγματικά το κόστος για τα νοικοκυριά. Μία από αυτές θα μπορούσε να είναι η δραστική μείωση του ΦΠΑ στα βασικά είδη διατροφής και στα προϊόντα πρώτης ανάγκης, ακόμη και η προσωρινή κατάργησή του σε συγκεκριμένες κατηγορίες αγαθών, ώστε η ελάφρυνση να φτάσει άμεσα στον καταναλωτή και όχι να περιορίζεται σε μικρές εκπτώσεις στην αλυσίδα παραγωγής και διανομής.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη μεγαλύτερο όταν η αντιμετώπιση της ακρίβειας βασίζεται κυρίως σε εθελοντικές συμφωνίες με τις επιχειρήσεις. Οι «συμφωνίες κυρίων» μπορεί να λειτουργούν επικοινωνιακά, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τη βασική πολιτική απάντηση σε μια κρίση κόστους ζωής που διαρκεί χρόνια. Ο καταναλωτής δεν χρειάζεται ανακοινώσεις για μειώσεις σε επιλεγμένους κωδικούς. Χρειάζεται πραγματική αποκλιμάκωση στις τιμές των προϊόντων που αγοράζει καθημερινά.
Άλλωστε, η ίδια η προσπάθεια να τεθούν όροι ώστε οι μειώσεις να αφορούν προϊόντα υψηλής κατανάλωσης και όχι είδη περιορισμένης ζήτησης δείχνει ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα αξιοπιστίας. Γιατί μια μείωση σε έναν κωδικό που δεν έχει ουσιαστική συμμετοχή στο οικογενειακό καλάθι δεν αλλάζει την οικονομική πίεση που δέχεται μια οικογένεια όταν αγοράζει γάλα, ψωμί, κρέας, τυριά, λάδι, καφέ, απορρυπαντικά και όλα τα βασικά είδη καθημερινής χρήσης.
Το πραγματικό ζητούμενο δεν είναι να ανακοινωθούν κάποιες μειώσεις τιμών. Είναι να επιστρέψουν οι τιμές σε πιο λογικά επίπεδα μετά το τεράστιο κύμα ανατιμήσεων που προηγήθηκε. Και αυτό δεν επιτυγχάνεται όταν μια μικρή έκπτωση παρουσιάζεται ως μεγάλη επιτυχία, ενώ η συνολική επιβάρυνση του καταναλωτή παραμένει.
Και όσο οι «μειώσεις» δεν ακουμπούν το πραγματικό ύψος των τιμών που διαμορφώθηκε μετά τις αλλεπάλληλες ανατιμήσεις, η ακρίβεια θα συνεχίσει να αποτελεί μια καθημερινή πραγματικότητα για τα ελληνικά νοικοκυριά, ανεξάρτητα από το πόσο αισιόδοξες είναι οι κυβερνητικές ανακοινώσεις.






