Με έναν καταιγισμό εντυπωσιακών αριθμών, μας ενημέρωσε ότι σήμερα παρέχονται 2.257 ψηφιακές υπηρεσίες, έχουν εξυπηρετηθεί περισσότεροι από 9 εκατομμύρια πολίτες και έχουν εκδοθεί πάνω από 431 εκατομμύρια έγγραφα και βεβαιώσεις. Σύμφωνα με τον ίδιο, το σημαντικότερο δεν είναι οι αριθμοί, αλλά το γεγονός ότι αποδείχθηκε πως το κράτος μπορεί να γίνει πιο γρήγορο, πιο απλό, πιο διαφανές και πιο φιλικό προς τον πολίτη.
Παράλληλα, ο πρωθυπουργός έκανε εκτενή αναφορά στην εξάρθρωση του κυκλώματος εκβιασμών και χρηματισμού στις πολεοδομίες της Αθήνας, διαμηνύοντας ότι δεν υπάρχουν «άβατα» και «ανέγγιχτοι», ενώ υπενθύμισε τη μεταφορά του έργου έκδοσης και ελέγχου οικοδομικών αδειών στο νέο, ενιαίο και ψηφιακό Κτηματολόγιο, για το οποίο μάλιστα δήλωσε ότι η κτηματογράφηση της χώρας έχει ήδη ολοκληρωθεί σε ποσοστό 99%.
Πίσω όμως από τους πανηγυρικούς τόνους και το επικοινωνιακό προπέτασμα καπνού των εκατομμυρίων εγγράφων, κρύβεται μια εντελώς διαφορετική και ζοφερή πραγματικότητα, την οποία βιώνει καθημερινά ο Έλληνας πολίτης.
Η κυβέρνηση βαφτίζει «μεταρρύθμιση» την απλή μεταφορά των εγγράφων σε ψηφιακή μορφή, αδυνατώντας να καταλάβει ότι η πραγματική επιτυχία μιας ψηφιακής αλλαγής δεν μετριέται με το πόσα πιστοποιητικά εκδίδονται, αλλά με το πόσα καταργούνται.
Στην Ελλάδα του επιτελικού κράτους Μητσοτάκη, η γραφειοκρατία δεν νικήθηκε, απλώς μετακόμισε από την ουρά του γκισέ στην παγίδα της οθόνης. Αντί το κράτος να αναζητά αυτεπάγγελτα τα στοιχεία, μετατρέπει τον ίδιο τον πολίτη σε έναν άμισθο διοικητικό υπάλληλο που πρέπει να πλοηγείται ώρες ατελείωτες σε έναν χαοτικό ιστό από δεκάδες διαφορετικά μητρώα που συχνά «κρασάρουν» ή βγάζουν σφάλματα.
Αυτή η νέα, ψηφιακή γραφειοκρατία τροφοδοτείται από μια βαθιά ασυμβατότητα των συστημάτων. Η ίδια η κυβερνητική εξαγγελία για τη δημιουργία μιας νέας Ενιαίας Ψηφιακής Υποδομής CRM, προκειμένου να παρακολουθούνται κεντρικά τα αιτήματα, αποτελεί την πιο τρανταχτή και έμμεση ομολογία αποτυχίας. Παραδέχονται ουσιαστικά ότι μετά από έξι χρόνια, τα συστήματα των υπουργείων, των ΚΕΠ, των δήμων και των ασφαλιστικών ταμείων εξακολουθούν να μην επικοινωνούν μεταξύ τους. Ο πολίτης εγκλωβίζεται σε ψηφιακές φόρμες εκατοντάδων πεδίων, όπου ένα και μόνο ανεπαίσθητο λάθος μπορεί να ακυρώσει όλη την προσπάθεια, χωρίς καν το σύστημα να του υποδεικνύει πού σφάλει.
Η πολυπλοκότητα είναι τέτοια που καθιστά πλέον αδύνατη την ολοκλήρωση ακόμη και απλών διαδικασιών χωρίς την ακριβοπληρωμένη βοήθεια ενός «ψηφιακού μεσάζοντα» – ενός λογιστή, ενός δικηγόρου ή ενός μηχανικού. Η ψηφιοποίηση, αντί να απελευθερώσει την κοινωνία, έγινε ένα εργαλείο που απαιτεί εξειδικευμένες γνώσεις και επιπλέον έξοδα.
Το πιο ακραίο όμως παράδειγμα αυτής της αποτυχίας, το οποίο αγγίζει τα όρια του πολιτικού θράσους, είναι η αναφορά του πρωθυπουργού στο Κτηματολόγιο, το οποίο χαρακτήρισε ολοκληρωμένο κατά 99%. Πρόκειται για το σύγχρονο «Γεφύρι της Άρτας» της μεταπολίτευσης, ένα έργο που σέρνεται εδώ και τρεις δεκαετίες και έχει κοστίσει πάνω από ένα δισεκατομμύριο ευρώ. Οι πρόσφατες Εκθέσεις Ελέγχου του Ελεγκτικού Συνεδρίου γκρεμίζουν με πάταγο το κυβερνητικό αφήγημα, αποδεικνύοντας ότι το ελληνικό δημόσιο εξακολουθεί να μην γνωρίζει με ακρίβεια την ίδια του την περιουσία. Το περιβόητο 99% αφορά τις δηλώσεις που μαζεύτηκαν στα χαρτιά και όχι τις πράξεις που ολοκληρώθηκαν, ελέγχθηκαν και οριστικοποιήθηκαν.
Τα αποτελέσματα αυτής της προχειρότητας είναι εφιαλτικά και μεταφράζονται σε ένα μπάχαλο μεγατόνων. Πρόσφατα, στην Άρτα, την Πρέβεζα και σε δεκάδες άλλες περιοχές της χώρας, η έναρξη λειτουργίας των τοπικών κτηματολογικών γραφείων συνοδεύτηκε από πρωτοφανή σφάλματα. Νόμιμοι τίτλοι ιδιοκτησίας και παραχωρητήρια από τη δεκαετία του '60 «εξαφανίστηκαν» από τα συστήματα, με αποτέλεσμα το Υπουργείο Περιβάλλοντος να εμφανίζεται αυθαίρετα ως ιδιοκτήτης ακόμη και στο 90% των εκτάσεων ολόκληρων κοινοτήτων. Ακόμη και δημόσια σχολεία, πλατείες ή θέατρα καταγράφηκαν από την περίφημη ψηφιακή πλατφόρμα ως ακίνητα «αγνώστου ιδιοκτήτη».
Αυτό το ιδιοκτησιακό χάος έχει προκαλέσει απόλυτο έμφραγμα στην αγορά ακινήτων, κρατώντας «δεμένα» χιλιάδες ακίνητα και μπλοκάροντας μεταβιβάσεις, γονικές παροχές και εκδόσεις οικοδομικών αδειών. Οι ιδιοκτήτες εγκλωβίζονται για μήνες ή και χρόνια σε πολυέξοδες δικαστικές διαμάχες και ενστάσεις, απλώς και μόνο για να αποδείξουν ότι δεν είναι ελέφαντες απέναντι σε ένα ψηφιακό σύστημα που παρέλαβε τυφλά ελαττωματικές μελέτες.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η προσπάθεια του πρωθυπουργού να συνδέσει το Κτηματολόγιο με τη δήθεν πάταξη της διαφθοράς και την εξάρθρωση των κυκλωμάτων στις πολεοδομίες στερείται κάθε σοβαρότητας. Η κυβέρνηση επιστρατεύει την αστυνομική καταστολή για να κρύψει τη δική της δομική αποτυχία.
Αν τα ψηφιακά συστήματα, όπως το "e-Άδειες", λειτουργούσαν πράγματι με απόλυτη διαφάνεια και σαφείς, σταθερούς κανόνες, κανένα κύκλωμα επίορκων υπαλλήλων δεν θα έβρισκε «παράθυρα» για να εκβιάσει πολίτες και μηχανικούς. Η διαφθορά δεν πατάσσεται με επικοινωνιακά σλόγκαν περί «αβάτων», αλλά με τη δημιουργία ενός κράτους δικαίου όπου η νομοθεσία δεν είναι σκόπιμα δυσνόητη και δαιδαλώδης.
Ο «ψηφιακός εκσυγχρονισμός» για τον οποίο πανηγυρίζει ο Κυριάκος Μητσοτάκης είναι καθαρά επιφανειακός, μια διακοσμητική παρέμβαση που αφορά μόνο τη βιτρίνα. Κατασκεύασαν μια ελκυστική ψηφιακή πύλη, αλλά από πίσω της άφησαν ανέπαφο, δυσλειτουργικό και βαθιά ανασφαλές το ίδιο, παλιό, γραφειοκρατικό κράτος, το οποίο τώρα απλώς μας ταλαιπωρεί με μεγαλύτερη ταχύτητα και σε υψηλή ανάλυση.





