Υπάρχει μια δομική παρανόηση γύρω από την κρίση ακρίβειας που βιώνουμε. Οι κεντρικές τράπεζες αυξάνουν τα επιτόκια για να ακριβύνουν το χρήμα και τα δάνεια, με στόχο να μειώσουν την κατανάλωση. Λειτουργούν, δηλαδή, με τη λογική ότι οι πολίτες έχουν πολύ χρήμα και ξοδεύουν αλόγιστα, πιέζοντας τις τιμές προς τα πάνω. Είναι όμως αυτή η πραγματικότητα;
Σήμερα δεν έχουμε πληθωρισμό επειδή τα νοικοκυριά έγιναν ξαφνικά πλούσια. Έχουμε πληθωρισμό που πυροδοτήθηκε αποκλειστικά από την πλευρά της προσφοράς, δηλαδή των πολυεθνικών που έσπευσαν να «εκμεταλλευτούν» τις γεωπολιτικές εντάσεις και εκτόξευσαν το κόστος παραγωγής και μεταφοράς.
Η αλήθεια, όμως, είναι ότι όσο κι αν αυξήσει τα επιτόκια η Φρανκφούρτη, το μόνο που καταφέρνει είναι να κάνει ακριβό το χρήμα και έτσι να φρενάρει την ανάπτυξη, να απειλεί τις θέσεις εργασίας και να γονατίζει τις ήδη επιβαρυμένες οικονομίες του ευρωπαϊκού Νότου, οι οποίες πλέον θα δανείζονται με πολύ υψηλότερα και επώδυνα κόστη.
Στην Ελλάδα, μάλιστα, η κατάσταση αποκτά ακόμη πιο στρεβλά χαρακτηριστικά. Οι τράπεζες μεταφέρουν αμέσως τις αυξήσεις των επιτοκίων στους δανειολήπτες, αλλά όχι στους καταθέτες. Ενώ σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες οι αποταμιευτές είδαν έστω μια περιορισμένη βελτίωση στις αποδόσεις των καταθέσεών τους, στην Ελλάδα τα επιτόκια παραμένουν σχεδόν μηδενικά. Έτσι, το μόνο σίγουρο αποτέλεσμα της πολιτικής των υψηλών επιτοκίων είναι η διεύρυνση της κερδοφορίας των τραπεζών.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα, ωστόσο, βρίσκεται αλλού. Η ακρίβεια στην Ελλάδα δεν τροφοδοτείται πλέον μόνο από εξωγενείς παράγοντες. Τροφοδοτείται και από τη χαμηλή ένταση του ανταγωνισμού, από ολιγοπωλιακές πρακτικές και από φαινόμενα αισχροκέρδειας που κρατούν τις τιμές τεχνητά υψηλές ακόμη και όταν το κόστος αποκλιμακώνεται.
Γι’ αυτό και η αντιμετώπιση της ακρίβειας δεν μπορεί να περιορίζεται στις αποφάσεις των κεντρικών τραπεζών. Απαιτεί πολιτικές παρεμβάσεις στην πραγματική οικονομία.
Απαιτεί σαρωτικούς ελέγχους από την Επιτροπή Ανταγωνισμού για την πάταξη των καρτέλ και των εναρμονισμένων πρακτικών που νοθεύουν τον ανταγωνισμό. Απαιτεί αυστηρό έλεγχο στα περιθώρια κέρδους των μεγάλων αλυσίδων και των εισαγωγικών επιχειρήσεων, με βαριά πρόστιμα όπου διαπιστώνεται κερδοσκοπία. Και απαιτεί γενναίες φορολογικές παρεμβάσεις, με μείωση του ΦΠΑ στα βασικά αγαθά πρώτης ανάγκης και μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στα καύσιμα, ώστε να δοθεί άμεση ανάσα στα νοικοκυριά και στις επιχειρήσεις.
Η διαφύλαξη της σταθερότητας του νομίσματος είναι θεσμική αποστολή της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Η προστασία, όμως, των πολιτών από τη συνεχή υποβάθμιση του βιοτικού τους επιπέδου είναι ευθύνη των κυβερνήσεων.
Γιατί η ακρίβεια δεν αντιμετωπίζεται μόνο με ακριβότερο χρήμα. Αντιμετωπίζεται με περισσότερη διαφάνεια στην αγορά, ισχυρότερο ανταγωνισμό, δικαιότερη φορολογία και πολιτικές που βάζουν στο επίκεντρο τον πολίτη και όχι τους ισχυρούς της αγοράς.






