Η κυβέρνηση, όμως, επιλέγει μια διαφορετική διαδρομή. Φέρνει στο προσκήνιο τη Συνταγματική Αναθεώρηση, παρουσιάζοντας ως μεγάλες θεσμικές τομές ρυθμίσεις που, σε αρκετές περιπτώσεις, θα μπορούσαν να είχαν ήδη θεσπιστεί με κοινό νόμο. Δεν πρόκειται για θεσμική τόλμη. Πρόκειται για μετάθεση της πολιτικής συζήτησης από όσα δεν έγιναν στα όσα υπόσχεται ότι κάποτε θα κατοχυρωθούν συνταγματικά.
Το άρθρο 78 είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η κυβέρνηση εισηγείται την πλήρη απαγόρευση της αναδρομικής φορολόγησης. Η αρχή είναι ορθή. Το ερώτημα είναι άλλο: γιατί χρειάζεται αναθεώρηση του Συντάγματος για κάτι που μπορούσε να είχε νομοθετηθεί εδώ και χρόνια; Με δύο συνεχόμενες κοινοβουλευτικές θητείες και άνετη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, τίποτε δεν εμπόδιζε την κυβέρνηση να περιορίσει ακόμη περισσότερο τη δυνατότητα αναδρομικής επιβολής φόρων. Δεν το έκανε. Τώρα εμφανίζει ως κορυφαία μεταρρύθμιση μια επιλογή που βρισκόταν αποκλειστικά στη δική της πολιτική βούληση.
Την ίδια στιγμή, αποφεύγει να αγγίξει το ζήτημα που έχει κοστίσει περισσότερο από κάθε άλλο στους φορολογούμενους τα τελευταία χρόνια.
Η φορολογική κλίμακα παρέμεινε ουσιαστικά αμετάβλητη σε μια περίοδο κατά την οποία ο πληθωρισμός εκτόξευσε τις τιμές και οδήγησε σε ονομαστικές αυξήσεις μισθών και εισοδημάτων. Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη ανάλυση για να γίνει κατανοητό τι ακολούθησε. Εργαζόμενοι, συνταξιούχοι, μικρομεσαίοι επιχειρηματίες και ελεύθεροι επαγγελματίες βρέθηκαν σε υψηλότερα φορολογικά κλιμάκια χωρίς να έχουν αποκτήσει μεγαλύτερη αγοραστική δύναμη. Φορολογήθηκαν περισσότερο για εισοδήματα που στην πραγματικότητα είχαν χάσει μέρος της αξίας τους εξαιτίας του πληθωρισμού.
Αυτή είναι η ουσία της μη τιμαριθμοποίησης της φορολογικής κλίμακας. Το Δημόσιο αυξάνει τα έσοδά του χωρίς να αυξάνει τους φορολογικούς συντελεστές. Ο πληθωρισμός κάνει τη δουλειά. Οι φορολογούμενοι πληρώνουν περισσότερα και το κράτος εμφανίζει καλύτερες δημοσιονομικές επιδόσεις.
Η κυβέρνηση είχε όλο τον χρόνο και όλα τα κοινοβουλευτικά μέσα να διορθώσει αυτή τη στρέβλωση. Δεν απαιτούνταν συνταγματική αναθεώρηση. Δεν απαιτούνταν ευρωπαϊκή διαπραγμάτευση. Δεν απαιτούνταν ούτε καν ευρεία πολιτική συναίνεση. Ένας νόμος αρκούσε. Δεν κατατέθηκε ποτέ.
Η επιλογή αυτή μόνο τυχαία δεν μπορεί να θεωρηθεί. Η μη τιμαριθμοποίηση λειτούργησε ως ένας αθόρυβος μηχανισμός αύξησης της φορολογικής επιβάρυνσης. Χωρίς ανακοινώσεις. Χωρίς πολιτικό κόστος. Χωρίς να χρειαστεί η κυβέρνηση να παραδεχθεί ότι οι πολίτες πληρώνουν ολοένα περισσότερους φόρους.
Κι ενώ για τους πολλούς δεν βρέθηκε ούτε μια νομοθετική πρωτοβουλία που θα περιόριζε αυτή την αδικία, η κυβέρνηση επιλέγει να αναγάγει σε συνταγματική προτεραιότητα τη φορολογική σταθερότητα των λεγόμενων στρατηγικών επενδύσεων. Εκεί επιστρατεύεται ακόμη και το Σύνταγμα. Για τις μεγάλες επενδύσεις που γίνονται από τα ισχυρά οικονομικά συμφέροντα προβλέπονται πρόσθετες εγγυήσεις. Για τον μικρό επιχειρηματία που βλέπει κάθε χρόνο μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός του να απορροφάται από την εφορία, καμία αντίστοιχη μέριμνα. Για τον μισθωτό που πληρώνει φόρους για αυξήσεις οι οποίες εξανεμίζονται στο σούπερ μάρκετ και στους λογαριασμούς, καμία προστασία. Για τον επαγγελματία που καλείται να φορολογηθεί πάνω σε ονομαστικά και όχι πραγματικά εισοδήματα, ούτε μία πρόβλεψη.
Το ίδιο πνεύμα διατρέχει και την πρόταση για το άρθρο 79. Η «βιώσιμη δημοσιονομική λειτουργία» παρουσιάζεται ως αυτονόητος στόχος. Είναι. Όμως η δημοσιονομική πειθαρχία δεν υπήρξε ποτέ συνταγματικό εμπόδιο για την κυβέρνηση όταν μοίραζε επιδοματικές παρεμβάσεις, ούτε όταν πανηγύριζε για τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα που στηρίχθηκαν και στη συνεχή αύξηση των φορολογικών εσόδων. Το πρόβλημα δεν είναι η δημοσιονομική υπευθυνότητα. Είναι η επιλεκτική ευαισθησία απέναντι στις κοινωνικές ανάγκες.
Η συζήτηση, επομένως, δεν αφορά μόνο το περιεχόμενο των προτάσεων. Αφορά τη χρονική στιγμή και τις πολιτικές προτεραιότητες. Η κυβέρνηση ζητά να ανοίξει μια πολυετή διαδικασία συνταγματικής αναθεώρησης για ζητήματα που, σε αρκετές περιπτώσεις, μπορούσε να είχε λύσει ήδη. Αντί για άμεσες νομοθετικές παρεμβάσεις, επιλέγει τις μακρινές θεσμικές υποσχέσεις. Αντί για διορθώσεις που θα είχαν μετρήσιμο αποτέλεσμα στην τσέπη των πολιτών, επιλέγει έναν διάλογο υψηλού συμβολισμού και χαμηλής άμεσης απόδοσης.
Η Συνταγματική Αναθεώρηση δεν είναι το πρόβλημα. Πρόβλημα είναι όταν χρησιμοποιείται ως πολιτικό καταφύγιο απέναντι στις ευθύνες της διακυβέρνησης.
Γιατί οι πολίτες δεν φορολογούνται από το Σύνταγμα. Φορολογούνται από τους νόμους που ψηφίζει κάθε κυβέρνηση. Και όταν μια κυβέρνηση επί επτά χρόνια δεν αξιοποιεί τα νομοθετικά εργαλεία που ήδη διαθέτει για να διορθώσει προφανείς αδικίες, αλλά ζητά να χειροκροτηθεί επειδή τις μεταφέρει στη σφαίρα της συνταγματικής συζήτησης, δεν επιχειρεί να λύσει το πρόβλημα. Επιχειρεί να αλλάξει το θέμα της συζήτησης.
Και αυτό είναι ίσως το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο της συγκεκριμένης αναθεώρησης: δεν αποτυπώνει τόσο τις ανάγκες της χώρας και της κοινωνίας όσο τις πολιτικές ανάγκες της κυβέρνησης.






