Γιάννης Τριήρης: Ε65 - Τα κέρδη ιδιωτικοποιούνται και οι κίνδυνοι κοινωνικοποιούνται

Γιάννης Τριήρης: Ε65 - Τα κέρδη ιδιωτικοποιούνται και οι κίνδυνοι κοινωνικοποιούνται
Παρασκευή, 24/07/2026 - 08:07

Υπάρχει μια σταθερά στην επταετή διακυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη. Κάθε φορά που κόβεται μια κορδέλα, στήνεται και ένα αφήγημα επιτυχίας. Αυτή τη φορά ήταν η σειρά του Ε65.

Στα Γρεβενά, μπροστά στις κάμερες, ο πρωθυπουργός παρουσίασε, χθες Πέμπτη 23/7, την ολοκλήρωση του βόρειου τμήματος του αυτοκινητοδρόμου ως απόδειξη ότι «η Ελλάδα αλλάζει», ότι «η χώρα της στασιμότητας ανήκει στο παρελθόν» και ότι η κυβέρνησή του είναι εκείνη που «λέει και κάνει».

Αν όμως ο Ε65 είναι πράγματι «ο καθρέφτης της διαδρομής που διανύσαμε», όπως είπε ο ίδιος ο πρωθυπουργός, τότε αυτός ο καθρέφτης αντανακλά πολύ περισσότερα από όσα θα ήθελε να δείξει η κυβέρνηση. Αντανακλά δύο δεκαετίες καθυστερήσεων, αλλεπάλληλες αλλαγές συμβάσεων, εκατοντάδες εκατομμύρια πρόσθετων επιβαρύνσεων, γενναίες ενισχύσεις προς τους παραχωρησιούχους, ευρωπαϊκά κονδύλια που παρουσιάζονται ως κυβερνητικές επιτυχίες και μια πολιτική που έχει αναγάγει την επικοινωνία σε υποκατάστατο της πραγματικότητας.

Ο πρωθυπουργός επιχείρησε να δημιουργήσει την εικόνα μιας κυβέρνησης που παρέλαβε ένα εγκαταλελειμμένο έργο και το οδήγησε στην ολοκλήρωση. Μόνο που η ιστορία δεν ξεκίνησε το 2019. Ο Ε65 σχεδιάστηκε στις αρχές της δεκαετίας του 2000, δημοπρατήθηκε και συμβασιοποιήθηκε το 2007, κατασκευάστηκε τμηματικά, «κουρεύτηκε» στα χρόνια των μνημονίων, επανασχεδιάστηκε, αναθεωρήθηκε και χρηματοδοτήθηκε εκ νέου μέχρι να φτάσει στη σημερινή του μορφή. Είναι έργο που κουβαλά τις αποφάσεις πολλών κυβερνήσεων και όχι το προσωπικό επίτευγμα ενός πρωθυπουργού που επιχειρεί να εμφανιστεί ως ο μοναδικός δημιουργός του.

Η κυβέρνηση ζητά να πιστωθεί την ολοκλήρωση. Δεν μπορεί όμως να ζητά να διαγραφεί η ιστορία. Γιατί ακόμη και επί των ημερών της τα χρονοδιαγράμματα μετατέθηκαν, οι εγκρίσεις καθυστέρησαν και οι υποσχέσεις μεταφέρονταν κάθε χρόνο λίγο πιο πέρα. Το περίφημο «το είπαμε και το κάναμε» ακούγεται περισσότερο ως διαφημιστικό σύνθημα παρά ως αντικειμενική αποτίμηση ενός έργου που χρειάστηκε σχεδόν είκοσι χρόνια για να ολοκληρωθεί.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε η αποστροφή του Κυριάκου Μητσοτάκη όταν είπε ότι «όταν μας ρωτούν πού πήγαν τα χρήματα του Ταμείου Ανάκαμψης, εδώ πήγαν». Η φράση αυτή συμπυκνώνει ίσως καλύτερα από κάθε άλλη τη φιλοσοφία της κυβέρνησης. Γιατί το Ταμείο Ανάκαμψης παρουσιάστηκε στους πολίτες ως η μεγάλη ευκαιρία για να αλλάξει το παραγωγικό μοντέλο της χώρας, να στηριχθούν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, να ενισχυθούν οι δημόσιες υποδομές, να αντιμετωπιστεί το στεγαστικό πρόβλημα, να επιταχυνθεί η πράσινη μετάβαση και να αποκτήσει η οικονομία μεγαλύτερη ανθεκτικότητα.

Αντί γι' αυτό, ένα σημαντικό μέρος των πόρων κατευθύνθηκε στους ισχυρούς κατασκευαστικούς ομίλους που κυριαρχούν εδώ και χρόνια στις παραχωρήσεις. Δεν είναι τυχαίο ότι η κριτική για τη συγκέντρωση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης σε λίγους μεγάλους επιχειρηματικούς παίκτες διατυπώνεται όχι μόνο από την αντιπολίτευση, αλλά και από φορείς της αγοράς και οικονομικούς αναλυτές. Η κυβέρνηση παρουσιάζει ως «αναπτυξιακή πολιτική» ένα μοντέλο που ανακυκλώνει τους ίδιους ωφελημένους και αφήνει στο περιθώριο ένα μεγάλο μέρος της πραγματικής οικονομίας.

Το ίδιο ισχύει και για τον τρόπο με τον οποίο επιχειρεί να αποκρύψει το πραγματικό οικονομικό αποτύπωμα του έργου. Για χρόνια ο Ε65 αποτελούσε παράδειγμα αποτυχημένου σχεδιασμού. Μετά τις περικοπές της μνημονιακής περιόδου, ο αυτοκινητόδρομος λειτούργησε ως ένας αποκομμένος οδικός άξονας, χωρίς πλήρη σύνδεση με τα δύο βασικά εθνικά δίκτυα. Την ίδια περίοδο το Δημόσιο προχώρησε σε αναθεωρήσεις των συμβάσεων, καταβάλλοντας αποζημιώσεις και πρόσθετες χρηματοδοτήσεις ώστε να διασφαλιστεί η οικονομική ισορροπία των παραχωρήσεων. Με απλά λόγια, όταν το ρίσκο αυξανόταν, δεν το επωμίζονταν οι ιδιώτες αλλά ο Έλληνας φορολογούμενος.

Αυτή είναι διαχρονικά η φιλοσοφία των μεγάλων έργων παραχώρησης στην Ελλάδα. Τα κέρδη ιδιωτικοποιούνται και οι κίνδυνοι κοινωνικοποιούνται.

Και σαν να μην έφτανε αυτό, οι πολίτες καλούνται να πληρώσουν ξανά όταν χρησιμοποιούν τους δρόμους. Ο πρωθυπουργός μίλησε συγκινητικά για τον αγρότη, τον οδηγό φορτηγού και τη φοιτήτρια που θα μετακινούνται ευκολότερα. Δεν είπε όμως ούτε μία λέξη για τα ολοένα αυξανόμενα διόδια, τα οποία μετατρέπουν ακόμη και μια απλή μετακίνηση σε σημαντική οικονομική επιβάρυνση για χιλιάδες οικογένειες. Ο Έλληνας πολίτης πληρώνει μέσω της φορολογίας του για την κατασκευή των έργων, πληρώνει μέσω των ευρωπαϊκών πόρων που διαχειρίζεται το κράτος και στη συνέχεια πληρώνει ξανά κάθε φορά που περνά από έναν σταθμό διοδίων. Αυτή είναι η πραγματική εικόνα της «δίκαιης ανάπτυξης» που διαφημίζει η κυβέρνηση.

Το ακόμη μεγαλύτερο πρόβλημα, όμως, είναι η πολιτική υποκρισία. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης μιλά για μια Ελλάδα που αφήνει πίσω τη στασιμότητα, ενώ η χώρα εξακολουθεί να κουβαλά τις πληγές της τραγωδίας των Τεμπών, με τις διαχρονικές ανεπάρκειες του σιδηροδρόμου να έχουν αποκαλυφθεί με τον πιο τραγικό τρόπο. Μιλά για σύγχρονες υποδομές, όταν αντιπλημμυρικά έργα παραμένουν ανολοκλήρωτα και περιοχές της χώρας συνεχίζουν να πληρώνουν το τίμημα της έλλειψης σχεδιασμού. Μιλά για αποτελεσματικό κράτος, όταν οι πολίτες έρχονται καθημερινά αντιμέτωποι με τις ίδιες δυσλειτουργίες στη δημόσια διοίκηση, στην υγεία, στις μεταφορές και στις βασικές δημόσιες υπηρεσίες.

Ο Ε65 είναι ασφαλώς ένας χρήσιμος αυτοκινητόδρομος. Κανείς δεν αμφισβητεί ότι θα βελτιώσει τις μετακινήσεις, την οδική ασφάλεια και τις αναπτυξιακές προοπτικές της περιοχής. Το ζήτημα δεν είναι το έργο. Το ζήτημα είναι η πολιτική εκμετάλλευσή του.

Η κυβέρνηση προσπαθεί να παρουσιάσει την ολοκλήρωση ενός έργου που χρειάστηκε σχεδόν είκοσι χρόνια, αλλεπάλληλες αναθεωρήσεις, πρόσθετες χρηματοδοτήσεις και ευρωπαϊκούς πόρους ως απόδειξη της δήθεν μοναδικής αποτελεσματικότητάς της. Επιχειρεί να μετατρέψει μια υποχρέωση του κράτους προς τους πολίτες σε προσωπικό κατόρθωμα του πρωθυπουργού και να βαφτίσει την κανονική λειτουργία της δημόσιας διοίκησης «ιστορική επιτυχία».

Το πρόβλημα είναι ότι οι πολίτες έχουν πλέον μέτρο σύγκρισης. Βλέπουν ότι κάθε μεγάλο έργο συνοδεύεται από πανηγυρισμούς, αλλά η καθημερινότητά τους γίνεται ολοένα δυσκολότερη. Βλέπουν ότι η ακρίβεια εξανεμίζει τα εισοδήματα, ότι η στέγη γίνεται απρόσιτη, ότι οι δημόσιες υπηρεσίες υποχωρούν και ότι τα ευρωπαϊκά δισεκατομμύρια δεν αλλάζουν τη ζωή της μεγάλης κοινωνικής πλειοψηφίας όσο αλλάζουν τους ισολογισμούς συγκεκριμένων επιχειρηματικών ομίλων.

Οι κορδέλες κόβονται μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Οι συνέπειες, όμως, των πολιτικών επιλογών μένουν για δεκαετίες. Και όσο κι αν επιχειρεί η κυβέρνηση να μετατρέψει τον Ε65 σε μνημείο του «επιτελικού κράτους», για πολλούς θα παραμένει το σύμβολο μιας άλλης πραγματικότητας: μιας εξουσίας που επενδύει περισσότερο στην εικόνα παρά στην ουσία και που θεωρεί ότι μια φιέστα αρκεί για να σβήσει τη μνήμη των πολιτών.