Η έμμεση πλην σαφής παραδοχή του ότι τα δύσκολα είναι μπροστά, δεν ήταν μια πράξη ειλικρίνειας, αλλά μια καθυστερημένη ομολογία αποτυχίας ενός μοντέλου που βασίστηκε στην επικοινωνία και όχι στην ουσία.
Για χρόνια, το κυβερνητικό αφήγημα οικοδομήθηκε πάνω σε ένα υποτιθέμενο «success story», με αριθμούς που ευημερούσαν ενώ οι πολίτες δυσκολεύονταν να βγάλουν τον μήνα. Η έκθεση του ΙΟΒΕ, όμως, έρχεται να λειτουργήσει ως ο «καθρέφτης» της αλήθειας, την οποία ο κ. Μητσοτάκης επιχείρησε να προλάβει με την απαισιόδοξη ρητορική του στη Βουλή.
Η αναθεώρηση της ανάπτυξης προς τα κάτω, στο αναιμικό 1,8% για το 2026 στο βασικό σενάριο –και στο εφιαλτικό 1,4% στο δυσμενές– αποδεικνύει ότι η ελληνική οικονομία παραμένει εξαιρετικά ευάλωτη. Η κυβέρνηση επέλεξε να στηριχθεί μονοδιάστατα στην κατανάλωση και τον τουρισμό, αγνοώντας τις διαρθρωτικές αδυναμίες, την υψηλή εξάρτηση από τις εισαγωγές, το τεράστιο επενδυτικό κενό και τη χαμηλή απορρόφηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης.
Το «φάντασμα» του πληθωρισμού, που σύμφωνα με το ΙΟΒΕ μπορεί να εκτιναχθεί στο 4,5% αν οι γεωπολιτικές εντάσεις επιδεινωθούν, απειλεί να εξαϋλώσει το διαθέσιμο εισόδημα. Όταν ο πρωθυπουργός μιλά για «αναπόδραστες συνέπειες», ουσιαστικά σηκώνει τα χέρια ψηλά, παραδεχόμενος ότι η χώρα δεν έχει κανένα «δίχτυ ασφαλείας» απέναντι στις διεθνείς κρίσεις.
Όμως ο κ. Μητσοτάκης δεν χάνει μόνο στο πεδίο της οικονομίας, χάνει κατά κράτος και στο πεδίο των θεσμών. Η χθεσινή συζήτηση στη Βουλή για το Κράτος Δικαίου υπήρξε αποκαλυπτική. Ο πρωθυπουργός εμφανίστηκε αδύναμος να δώσει έστω και μία πειστική απάντηση για τα μείζονα ζητήματα που ταλανίζουν τη δημοκρατία μας.
Για το σκάνδαλο των υποκλοπών, που παραμένει μια «ανοιχτή πληγή» στη θεσμική μνήμη της χώρας, για την διασπάθιση ευρωπαϊκού χρήματος μέσω του ΟΠΕΚΕΠΕ, που εκθέτει τη χώρα στην Ευρώπη και απειλεί τις επιδοτήσεις των αγροτών, για την υπόθεση Λαζαρίδη και τη γενικότερη αίσθηση ατιμωρησίας και αδιαφάνειας που αποπνέει ο στενός κυβερνητικός κύκλος.
Αντί για απαντήσεις, είδαμε μια πρωτοφανή επιθετικότητα. Η κυβέρνηση ποντάρει στην κόπωση της κοινής γνώμης, νομίζοντας ότι με το να μετατοπίζει τη συζήτηση στη Μέση Ανατολή, θα ξεχαστεί η εγχώρια θεσμική εκτροπή. Είναι όμως βαθιά νυχτωμένοι αν πιστεύουν ότι η «άμυνα» μέσω της επίθεσης μπορεί να υποκαταστήσει τη δικαιοσύνη και τη λογοδοσία.
Η διπλή αυτή ήττα –θεσμική και οικονομική– δεν είναι τυχαία. Είναι το αποτέλεσμα μιας πολιτικής που προτεραιοποίησε την εικόνα έναντι του περιεχομένου. Το ΙΟΒΕ προειδοποιεί, πως η βραδύτερη υλοποίηση μεταρρυθμίσεων ενέχει κίνδυνο για την παραγωγικότητα. Με απλά λόγια, η κυβέρνηση «κάηκε» στο να διαχειρίζεται την επικοινωνία των σκανδάλων της, αφήνοντας την οικονομία να λειτουργεί υπέρ των λίγων και ισχυρών και σε βάρος του συνόλου της κοινωνίας.
Πλέον, ο κ. Μητσοτάκης είναι διπλά χαμένος. Χαμένος στη δίνη μιας οικονομικής κρίσης που δεν μπορεί να ελέγξει και χαμένος στη συνείδηση των πολιτών που βλέπουν τους θεσμούς να καταρρακώνονται. Η «ευρωπαϊκή ομπρέλα προστασίας», όπως σημειώνει και το ΙΟΒΕ, δεν είναι δεδομένη. Και χωρίς θεσμική σοβαρότητα και παραγωγική ανασυγκρότηση, η Ελλάδα κινδυνεύει να βρεθεί ξανά στο περιθώριο μιας Ευρώπης που αλλάζει.
Το success story τελείωσε. Τώρα ξεκινά η σκληρή πραγματικότητα μιας κυβέρνησης που δεν έχει πλέον ούτε απαντήσεις, ούτε λύσεις.





