Τις παρεμβάσεις προανήγγειλε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, μιλώντας στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων του ΕΡΤNews, σημειώνοντας ότι στόχος είναι το πετρέλαιο θέρμανσης να βγει στην αγορά στις 15 Οκτωβρίου σε τιμή χαμηλότερη από τα 1,75 ευρώ το λίτρο, επίπεδο στο οποίο είχε κλείσει η περυσινή περίοδος διάθεσης. Χωρίς μέτρα, όπως ανέφερε, η τιμή εκκίνησης θα μπορούσε να φτάσει τα 2 ευρώ το λίτρο.
Στο πακέτο θα περιλαμβάνεται οριζόντια αύξηση του επιδόματος θέρμανσης, ενώ στο τραπέζι βρίσκεται και ενδεχόμενη παρέμβαση στο περιθώριο κέρδους στην αλυσίδα εμπορίας καυσίμων. Ανοιχτό παραμένει και το ενδεχόμενο προσωρινής μείωσης του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης, εφόσον υπάρξουν οι απαραίτητες δημοσιονομικές προϋποθέσεις.
Παράλληλα, θα παραταθούν και τον Οκτώβριο τα μέτρα στήριξης στο ντίζελ κίνησης, με συμμετοχή τόσο του Δημοσίου όσο και των διυλιστηρίων, ενώ αντίστοιχη συμβολή από τα διυλιστήρια προβλέπεται και για το πετρέλαιο θέρμανσης. Ο πρωθυπουργός απέκλεισε την επιβολή έκτακτης φορολογίας στις εταιρείες διύλισης, συνδέοντας την απόφαση με τη συμμετοχή τους στην προσπάθεια συγκράτησης των τιμών. Η νέα κυβερνητική παρέμβαση έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία οι πιέσεις δεν περιορίζονται στα υγρά καύσιμα. Το ενεργειακό κόστος έχει επιστρέψει δυναμικά στο προσκήνιο, με το φυσικό αέριο να κινείται σε επίπεδα κοντά στα 80 ευρώ/MWh, έχοντας φτάσει τις προηγούμενες ημέρες ακόμη και πάνω από τα 83 ευρώ/MWh.
Η ευρωπαϊκή αγορά παραμένει ευάλωτη στις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και στις διαταραχές στις ροές LNG, ενώ τα αποθέματα φυσικού αερίου βρίσκονται περίπου στο 70%, ενισχύοντας την αβεβαιότητα ενόψει του χειμώνα. Η πίεση περνά ήδη και στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας. Στην Ελλάδα, η τιμή στην Αγορά Επόμενης Ημέρας για σήμερα, 18 Σεπτεμβρίου, εκτοξεύεται στα 168,90 ευρώ/MWh, αυξημένη κατά 18,70% σε σχέση με σήμερα. Η μέγιστη τιμή φτάνει τα 262,75 ευρώ/MWh.
Πρόκειται για νέα ισχυρή άνοδο μετά τα 142,30 ευρώ/MWh της 17ης Σεπτεμβρίου, ενώ τις τελευταίες ημέρες η αγορά εμφανίζει έντονες διακυμάνσεις. Το νέο κύμα ανατιμήσεων δημιουργεί ένα δύσκολο μείγμα για τις επιχειρήσεις, καθώς η επιβάρυνση δεν εξαντλείται στον λογαριασμό ηλεκτρικού ρεύματος. Οι υψηλότερες τιμές του ντίζελ αυξάνουν το κόστος μεταφορών και logistics, ενώ το ακριβότερο φυσικό αέριο και ρεύμα επιβαρύνουν άμεσα το κόστος παραγωγής.
Το πρόσθετο κόστος κινδυνεύει στη συνέχεια να περάσει στις τιμές προϊόντων και υπηρεσιών, ανατροφοδοτώντας τις πληθωριστικές πιέσεις. Ιδιαίτερη ανησυχία επικρατεί στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, πολλές από τις οποίες έχουν περιορισμένα περιθώρια να απορροφήσουν νέες αυξήσεις.
Ο πρόεδρος του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών Γιάννης Χατζηθεοδοσίου επισημαίνει ότι επιχειρήσεις όπως φούρνοι, ζαχαροπλαστεία, καθαριστήρια και εστιατόρια βρίσκονται στην πρώτη γραμμή των πιέσεων, καθώς καλούνται να αντιμετωπίσουν ταυτόχρονα υψηλότερο ενεργειακό και μεταφορικό κόστος και περιορισμένη δυνατότητα μετακύλισης των αυξήσεων στους καταναλωτές.
Το ΕΕΑ ζητά, στο πλαίσιο αυτό, να υπάρξει ειδική μέριμνα για τη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα στις νέες κυβερνητικές παρεμβάσεις, προειδοποιώντας ότι μια παρατεταμένη περίοδος υψηλών τιμών ενέργειας θα επιβαρύνει σημαντικά το λειτουργικό κόστος των επιχειρήσεων. Παράλληλα, ζητά ευρωπαϊκή παρέμβαση για τη στήριξη νοικοκυριών και επιχειρήσεων απέναντι στο νέο ενεργειακό σοκ.






