Γιάννης Τριήρης: Το «γινάτι» του Μητσοτάκη με τους φόρους στα καύσιμα το πληρώνουν οι πολίτες

Γιάννης Τριήρης: Το «γινάτι» του Μητσοτάκη με τους φόρους στα καύσιμα το πληρώνουν οι πολίτες
Παρασκευή, 18/09/2026 - 08:09

Υπάρχει κάτι που πλέον δύσκολα μπορεί να περάσει απαρατήρητο στην πολιτική της κυβέρνησης Μητσοτάκη: η εμμονή να μην προχωρήσει σε μια ουσιαστική μείωση της φορολογίας στα καύσιμα, ακόμη και όταν η ακρίβεια πιέζει ξανά ασφυκτικά τα νοικοκυριά.

Ο πρωθυπουργός ανακοίνωσε νέα μέτρα για το πετρέλαιο θέρμανσης, αύξηση του επιδόματος και παράταση της επιδότησης στο diesel. Και τώρα, για πρώτη φορά, εμφανίζει ως πιθανή μια προσωρινή μείωση του ΕΦΚ, παρουσιάζοντάς την όμως ψευδώς ως κάτι που εξαρτάται από το αν θα το επιτρέψει η Ευρώπη.

Την ίδια ώρα, το πραγματικό ερώτημα παραμένει: γιατί η κυβέρνησή του δεν έχει ήδη επιλέξει να ελαφρύνει το κόστος των καυσίμων για τους πολίτες, όπως έχουν κάνει πολλά άλλα ευρωπαϊκά κράτη μειώνοντας τους φόρους; Γιατί εξακολουθεί να επιλέγει τα επιδόματα και τις προσωρινές ενισχύσεις, αντί να αντιμετωπίσει το πρόβλημα στη ρίζα του, μειώνοντας τη φορολογική επιβάρυνση στην πηγή;

Και εδώ βρίσκεται όλη η ουσία. Ο πολίτης πληρώνει την υψηλή τιμή στην αντλία, πληρώνει τους φόρους που περιλαμβάνονται σε αυτήν και στη συνέχεια το κράτος επιστρέφει ένα μέρος της επιβάρυνσης σε όσους πληρούν τα κριτήρια. Μια μείωση της φορολογίας, αντίθετα, θα μείωνε εξαρχής το κόστος για όλους.

Ο Μητσοτάκης, όμως, επιμένει στην πρώτη επιλογή.

Και όσο περισσότερο επιμένει, τόσο περισσότερο δημιουργείται ένα εύλογο πολιτικό ερώτημα: μήπως το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι μόνο τα δημοσιονομικά περιθώρια, αλλά η απροθυμία του πρωθυπουργού να αναγνωρίσει ότι μια πολιτική που υπερασπίστηκε επί χρόνια χρειάζεται πλέον να αλλάξει;

Γιατί μια ουσιαστική μείωση των φόρων στα καύσιμα θα ήταν κάτι περισσότερο από ένα μέτρο κατά της ακρίβειας. Θα ήταν και μια πολιτική παραδοχή ότι η μέχρι σήμερα επιλογή δεν απέδωσε για την κοινωνία όσο υποστηρίζει η κυβέρνηση. Και αυτή την παραδοχή ο Μητσοτάκης εμφανίζεται να αποφεύγει.

Έτσι, αντί για αλλαγή πολιτικής, έχουμε ξανά επιδόματα. Αντί για μόνιμη μείωση του κόστους, έχουμε προσωρινές παρεμβάσεις. Αντί να μειωθεί εξαρχής η επιβάρυνση, το κράτος καλείται κάθε τόσο να αποζημιώνει ένα μέρος της.

Την ίδια ώρα, οι αριθμοί της Eurostat δείχνουν γιατί το θέμα δεν είναι καθόλου θεωρητικό. Το 87,1% των πολιτών στην Ελλάδα δηλώνει ότι αντιμετωπίζει τουλάχιστον κάποια δυσκολία στην κάλυψη των αναγκών του, ενώ το πραγματικό διάμεσο διαθέσιμο εισόδημα το 2025 ήταν 22,3% χαμηλότερο από το 2010. Στην ΕΕ, αντίθετα, το αντίστοιχο εισόδημα αυξήθηκε κατά 25,4% την ίδια περίοδο.

Αυτή είναι η κοινωνία στην οποία η κυβέρνηση καλείται να αντιμετωπίσει την ακρίβεια. Και όμως, ακόμη και τώρα, η απάντηση εξακολουθεί να είναι κυρίως η επιδότηση αντί για τη μείωση της επιβάρυνσης.

Το ερώτημα επομένως δεν είναι αν ο Μητσοτάκης μπορεί να κάνει τα πάντα. Είναι αν μπορεί να παραδεχθεί ότι έκανε τραγικά λάθη και χρειάζεται να αλλάξει πολιτική. Γιατί ικανοί πολιτικοί είναι αυτοί που δεν συνεχίζουν να υπερασπίζονται τις επιλογές τους όταν αποδεικνύονται λανθασμένες, αλλά αυτοί που έχουν την ικανότητα να αναγνωρίζουν πότε οι συνθήκες επιβάλλουν διαφορετικές επιλογές.

Αν λοιπόν η άρνηση μιας ουσιαστικής μείωσης των φόρων στα καύσιμα οφείλεται, όπως όλα δείχνουν, στην πολιτική ανάγκη να μη φανεί ότι η κυβέρνηση εγκαταλείπει μια επιλογή που υπερασπίστηκε επί χρόνια, παρότι πλέον αποδεικνύεται λανθασμένη, τότε η επιμονή αυτή έχει ένα πολύ ακριβό τίμημα. Και δεν το πληρώνει το Μέγαρο Μαξίμου. Το πληρώνουν η κοινωνία και η οικονομία.

Με απλά λόγια το γινάτι του Μητσοτάκη να μην παραδεχθεί ένα λάθος δεν αποτελεί οικονομική πολιτική, αλλά οικονομική καταστροφή.