Με το Brent πάνω από τα 108 δολάρια το βαρέλι και το φυσικό αέριο στην Ευρώπη να κλείνει στα 80 ευρώ/MWh, η ενεργειακή εξίσωση γίνεται ολοένα δυσκολότερη. Την ίδια ώρα, η μέση χονδρεμπορική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα τον Σεπτέμβριο προσεγγίζει μέχρι στιγμής τα 160 ευρώ/MWh, από 133 ευρώ/MWh, δημιουργώντας ανησυχία για το ύψος στο οποίο μπορεί να διαμορφωθούν τα πράσινα κυμαινόμενα τιμολόγια του Οκτωβρίου. Μια πρώτη ανάσα δίνει πάντως η σημερινή υποχώρηση της τιμής στην Αγορά Επόμενης Ημέρας στα 123 ευρώ/MWh.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η κυβέρνηση καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη προστασίας των οικογενειακών προϋπολογισμών και στη διατήρηση επαρκών δημοσιονομικών εφεδρειών για έναν χειμώνα που παραμένει εξαιρετικά αβέβαιος. Στο πλαίσιο αυτό, πληροφορίες αναφέρουν ότι έχει συγκληθεί για σήμερα ευρεία κυβερνητική σύσκεψη στο Μέγαρο Μαξίμου υπό τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη, με τη συμμετοχή του αντιπροέδρου της κυβέρνησης Κωστή Χατζηδάκη, του υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκου Πιερρακάκη, του υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρου Παπασταύρου και του υφυπουργού Ενέργειας Νίκου Τσάφου.
Στο τραπέζι αναμένεται να βρεθεί η εικόνα που διαμορφώνεται στις διεθνείς αγορές και κυρίως τα περιθώρια παρέμβασης σε καύσιμα, πετρέλαιο θέρμανσης και ηλεκτρικό ρεύμα. Η λογική του οικονομικού επιτελείου είναι να μην εξαντληθούν από τώρα τα διαθέσιμα «πυρομαχικά», καθώς ουδείς μπορεί να προβλέψει ούτε τη διάρκεια ούτε την ένταση της ενεργειακής αναταραχής τους επόμενους μήνες. Το στίγμα έδωσε χθες και ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης, σημειώνοντας ότι για τον Σεπτέμβριο έχουν παραταθεί τα μέτρα που είχαν ήδη ανακοινωθεί, τόσο από το κράτος όσο και από τα διυλιστήρια. Για το τι θα ακολουθήσει ξεκαθάρισε ότι η κυβέρνηση θα κινηθεί με βάση την εξέλιξη των τιμών και τις δημοσιονομικές δυνατότητες, επισημαίνοντας ότι έχουν «κρατηθεί εφεδρείες για το 2026».
Παράλληλα έδειξε προς την Ευρώπη, υπογραμμίζοντας ότι μια κρίση τέτοιου μεγέθους «δεν μπορεί να διαχειριστεί μόνο σε εθνικό επίπεδο από μια χώρα», θέση που αποκτά μεγαλύτερη σημασία όσο οι τιμές παραμένουν σε επίπεδα που δύσκολα μπορούν να απορροφηθούν για μεγάλο χρονικό διάστημα από τους εθνικούς προϋπολογισμούς. Ένα από τα πρώτα σενάρια που εξετάζονται αφορά την παράταση της στήριξης στην αμόλυβδη βενζίνη και στο πετρέλαιο κίνησης, τόσο από το κράτος όσο και από τα διυλιστήρια. Η συνολική παρέμβαση αντιστοιχεί σήμερα σε 10 λεπτά το λίτρο για την αμόλυβδη και 15 λεπτά για το diesel κίνησης.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί όμως το πετρέλαιο θέρμανσης, καθώς με τα σημερινά δεδομένα των διεθνών αγορών η τιμή εκκίνησης εκτιμάται ότι μπορεί να ξεπεράσει τα 2 ευρώ το λίτρο. Στο τραπέζι βρίσκεται έτσι η ενεργοποίηση των διυλιστηρίων ώστε να προσφέρουν έκπτωση και στο πετρέλαιο θέρμανσης. Παράλληλα εξετάζεται αναπροσαρμογή του επιδόματος θέρμανσης για τη χειμερινή περίοδο 2026-2027, με ένα από τα σενάρια να προβλέπει διεύρυνση των εισοδηματικών κριτηρίων ώστε να ενταχθούν περισσότερα νοικοκυριά χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος. Την προηγούμενη περίοδο το επίδομα κυμαινόταν από 100 έως 800 ευρώ και στις περιοχές με ιδιαίτερα χαμηλές θερμοκρασίες μπορούσε να φθάσει έως τα 1.200 ευρώ.
Το δεύτερο μεγάλο μέτωπο αφορά το ηλεκτρικό ρεύμα. Η πορεία της χονδρεμπορικής αγοράς στο υπόλοιπο του Σεπτεμβρίου θα κρίνει σε σημαντικό βαθμό εάν θα απαιτηθεί παρέμβαση στους λογαριασμούς και ειδικότερα στα πράσινα κυμαινόμενα τιμολόγια. Η μέχρι τώρα άνοδος της μέσης τιμής του Σεπτεμβρίου αυξάνει τον κίνδυνο οι υψηλές τιμές της χονδρικής να περάσουν στους λογαριασμούς του επόμενου μήνα. Για τον λόγο αυτό η κυβέρνηση αναμένεται να περιμένει όσο το δυνατόν πληρέστερη εικόνα της αγοράς πριν λάβει τις τελικές αποφάσεις. Άλλωστε, όπως δήλωσε πρόσφατα ο Κυριάκος Πιερρακάκης, «δεν θα προεξοφλήσω έναν δύσκολο χειμώνα, ούτε και θα υποτιμήσω έναν δύσκολο χειμώνα», διαβεβαιώνοντας ότι, εφόσον χρειαστεί, θα υπάρξει στήριξη των πολιτών.
Η Αθήνα επιδιώκει παράλληλα η αντιμετώπιση της νέας ενεργειακής αναταραχής να αποκτήσει ευρωπαϊκή διάσταση, καθώς μια παρατεταμένη περίοδος τόσο υψηλών τιμών δύσκολα μπορεί να καλυφθεί αποκλειστικά από εθνικούς πόρους. Ήδη κράτη-μέλη έχουν αρχίσει να κινούνται με φορολογικές μειώσεις, επιδοτήσεις ή άλλες παρεμβάσεις στις τιμές, ενώ η Πολωνία εξετάζει έκτακτη φορολόγηση των υπερκερδών των πετρελαϊκών εταιρειών. Η ανησυχία εντείνεται και από το γεγονός ότι το φυσικό αέριο κινείται πλέον πάνω ακόμη και από τις παραδοχές που είχε χρησιμοποιήσει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Η τιμή των 80 ευρώ/MWh είναι υψηλότερη τόσο από τα 60 ευρώ/MWh του βασικού σεναρίου όσο και από τα 77 ευρώ/MWh του δυσμενούς, βάζοντας πλέον στο επίκεντρο όχι μόνο το κόστος για τα νοικοκυριά αλλά και τις ευρύτερες επιπτώσεις της ενεργειακής ακρίβειας στην ευρωπαϊκή οικονομία.






