Μίλησε για μια Ευρωπαϊκή Ένωση «ισχυρότερη από ποτέ», περισσότερο ανεξάρτητη, οικονομικά ισχυρή, ενεργειακά θωρακισμένη και αμυντικά ενισχυμένη. Μόνο που πίσω από τις μεγαλόστομες διακηρύξεις υπάρχει μια διαφορετική πραγματικότητα: μια Ευρώπη με τεράστιο εμπορικό έλλειμμα απέναντι στην Κίνα, κρίσιμες εξαρτήσεις από το Πεκίνο, υψηλό ενεργειακό κόστος, τεράστιες δαπάνες για τη στήριξη της Ουκρανίας και μια ασφάλεια που εξακολουθεί να στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η απόσταση ανάμεσα στην εικόνα που θέλει να παρουσιάσει η πρόεδρος της Κομισιόν και στην Ευρώπη που αποτυπώνουν οι αριθμοί δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι η ουσία της συζήτησης.
Ας πάρουμε την Κίνα. Η φον ντερ Λάιεν μίλησε για εμπορικό έλλειμμα περίπου 1 δισ. ευρώ την ημέρα. Το 2025 η ΕΕ εισήγαγε από την Κίνα προϊόντα αξίας 559,4 δισ. ευρώ και εξήγαγε μόλις 199,6 δισ. ευρώ. Το έλλειμμα έφθασε τα 359,8 δισ. ευρώ, ενώ οι εισαγωγές αυξήθηκαν κατά 6,4% και οι εξαγωγές μειώθηκαν κατά 6,5%.
Δεν είναι λοιπόν απλώς ένα «πρόβλημα» που εντόπισε η Κομισιόν. Είναι ένα τεράστιο διαρθρωτικό έλλειμμα που βρίσκεται πλέον στην καρδιά της ευρωπαϊκής οικονομίας. Και την ίδια στιγμή, όπως παραδέχθηκε η ίδια η φον ντερ Λάιεν, η Ευρώπη εξαρτάται από την Κίνα για πάνω από το 80% πολλών κρίσιμων πρώτων υλών και έως 90% ορισμένων σπάνιων μετάλλων.
Αυτή είναι η περίφημη ευρωπαϊκή ανεξαρτησία;
Στην ενέργεια η εικόνα δεν είναι καλύτερη. Η Ευρώπη πράγματι περιόρισε δραστικά το ρωσικό φυσικό αέριο. Όμως η εξάρτηση από εισαγόμενη ενέργεια δεν εξαφανίστηκε. Το 2025 το LNG αντιστοιχούσε στο 45% των συνολικών εισαγωγών φυσικού αερίου της ΕΕ, ενώ οι ΗΠΑ ήταν ο μεγαλύτερος εξαγωγέας LNG παγκοσμίως.
Και το πιο αποκαλυπτικό είναι ότι η ίδια η φον ντερ Λάιεν αναγνώρισε πως το κόστος των εισαγόμενων ορυκτών καυσίμων αυξήθηκε κατά 90 δισ. ευρώ από την έναρξη του πολέμου, χωρίς να έχει προστεθεί ούτε μία επιπλέον μονάδα ενέργειας. Την ίδια ώρα παραδέχεται ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας πλήττουν την ευρωπαϊκή βιομηχανία.
Λιγότερη Ρωσία, λοιπόν. Αλλά ακριβότερη ενέργεια και νέα εξάρτηση από εισαγόμενα καύσιμα. Η πραγματικότητα είναι σαφώς πιο σύνθετη από τον πανηγυρικό απολογισμό.
Έπειτα υπάρχει η άμυνα. Η αύξηση των ευρωπαϊκών αμυντικών δαπανών είναι πραγματική και σημαντική. Όμως άλλο η αύξηση των δαπανών και άλλο η στρατηγική αυτονομία. Στην ίδια ομιλία της, η φον ντερ Λάιεν ανακοίνωσε την αγορά αμερικανικών Patriot και μίλησε για την ανάγκη δημιουργίας ευρωπαϊκής αντιπυραυλικής άμυνας. Δηλαδή μια Ευρώπη που διακηρύσσει την αυτονομία της εξακολουθεί να χρειάζεται αμερικανικές δυνατότητες για κρίσιμα τμήματα της άμυνάς της.
Και υπάρχει φυσικά η Ουκρανία. Η συνολική ευρωπαϊκή στήριξη ανέρχεται πλέον σε 221,2 δισ. ευρώ, εκ των οποίων 89,7 δισ. ευρώ αφορούν στρατιωτική στήριξη. Παράλληλα, έχει συμφωνηθεί νέο δάνειο 90 δισ. ευρώ για το 2026-2027, από τα οποία 60 δισ. προορίζονται για στρατιωτική στήριξη και αμυντικές δυνατότητες.
Η στήριξη της Ουκρανίας αποτελεί πολιτική επιλογή της ΕΕ. Αλλά δεν μπορεί να παρουσιάζεται ταυτόχρονα σαν να μην έχει οικονομικό κόστος για την ίδια την Ευρώπη, ιδιαίτερα όταν συνδυάζεται με υψηλό ενεργειακό κόστος, βιομηχανικές πιέσεις και αυξημένες αμυντικές δαπάνες.
Και απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες; Η Ουάσιγκτον του Ντόναλντ Τραμπ δεν συμπεριφέρεται σαν ο δεδομένος σύμμαχος που θα καλύπτει επ' αόριστον το ευρωπαϊκό έλλειμμα ασφάλειας. Ο Τραμπ έχει δηλώσει ότι θέλει από τις ευρωπαϊκές χώρες να επιστρέψουν χρήματα για αμερικανική στρατιωτική βοήθεια και πυρομαχικά που στάλθηκαν στην Ουκρανία.
Αυτό είναι το πραγματικό περιβάλλον μέσα στο οποίο η φον ντερ Λάιεν μιλά για μια Ευρώπη «ισχυρότερη από ποτέ».
Η Ευρωπαϊκή Ένωση παραμένει οικονομική και εμπορική δύναμη. Αυτό δεν αμφισβητείται. Αλλά η οικονομική της ισχύς δεν έχει μετατραπεί αυτομάτως σε ενεργειακή, τεχνολογική και στρατηγική αυτονομία.
Και αυτή ακριβώς είναι η μεγάλη αντίφαση της ομιλίας της φον ντερ Λάιεν: παρουσιάζει ως ήδη κατακτημένο αποτέλεσμα αυτό που η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή περιγράφει ακόμη ως στόχο.
Όραμα μπορεί να έχει η φον ντερ Λάιεν,αλλά τα πεπραγμένα της δείχνουν πως δεν διαθέτει την ικανότητα να μετατρέψει τις διακηρύξεις της σε πραγματική ευρωπαϊκή ισχύ.






