Την ίδια ώρα, παρότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει εγκρίνει από τον Μάιο του 2026 τον νέο μηχανισμό μειωμένου ΕΤΜΕΑΡ για την περίοδο 2024-2026, η Υπουργική Απόφαση που απαιτείται για την εφαρμογή του στην Ελλάδα παραμένει σε εκκρεμότητα. Έτσι, σύμφωνα με την Ένωση Βιομηχανικών Καταναλωτών Ενέργειας (ΕΒΙΚΕΝ), η στήριξη της ενεργοβόρου βιομηχανίας εξακολουθεί επί της ουσίας να βρίσκεται στα χαρτιά. Η Κομισιόν ενέκρινε τον νέο μηχανισμό στη βάση των Κατευθυντήριων Γραμμών CEEAG, σε αντικατάσταση του προηγούμενου καθεστώτος.
Το νέο πλαίσιο καλύπτει την τριετία 2024-2026 και αποσκοπεί στον περιορισμό του ενεργειακού κόστους για τους επιλέξιμους ενεργοβόρους καταναλωτές. Στην Ελλάδα, ωστόσο, η διαδικασία δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί, καθώς δεν έχει εκδοθεί η Υπουργική Απόφαση που θα καθορίσει τις λεπτομέρειες εφαρμογής. Με την περίοδο 2024-2026 να πλησιάζει πλέον στο τέλος της, η εφαρμογή του μηχανισμού για τα προηγούμενα έτη θα γίνει αναγκαστικά σε απολογιστική βάση.
Αυτό απέχει από όσα προβλέπει η εγκριτική απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, σύμφωνα με την οποία το μειωμένο ΕΤΜΕΑΡ θα πρέπει να εφαρμόζεται ex-ante, δηλαδή η μειωμένη επιβάρυνση να ενσωματώνεται εξαρχής στους λογαριασμούς ηλεκτρικής ενέργειας των επιχειρήσεων. Οι καθυστερήσεις, όμως, έχουν καταστήσει στην πράξη αδύνατη την εφαρμογή του συγκεκριμένου μοντέλου για την τρέχουσα περίοδο. Η ΕΒΙΚΕΝ, η οποία εδώ και δύο μήνες ζητεί συνάντηση με την πολιτική ηγεσία του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας για το θέμα, στρέφει πλέον το ενδιαφέρον της στο 2027.
Το αίτημα της βιομηχανίας είναι να ολοκληρωθούν εγκαίρως όλες οι απαιτούμενες διοικητικές πράξεις, ώστε ο μηχανισμός να εφαρμοστεί κανονικά από τον Ιανουάριο, χωρίς νέες καθυστερήσεις και συσσώρευση απαιτήσεων έναντι του Δημοσίου. Παράλληλα, μεγάλο «αγκάθι» παραμένουν οι εκκαθαρίσεις για το 2022 και το 2023, οι οποίες εξακολουθούν να είναι ανοικτές. Οι βιομηχανίες περιμένουν να μάθουν πότε και με ποια διαδικασία θα λάβουν τα ποσά που δικαιούνται, ενώ, σύμφωνα με την ΕΒΙΚΕΝ, ο ΔΑΠΕΕΠ επικαλείται την ανάγκη έκδοσης Υπουργικής Απόφασης προκειμένου να προχωρήσει στις σχετικές διαδικασίες.
Οι καθυστερήσεις έχουν άμεσο οικονομικό αντίκτυπο, καθώς τα ποσά που δεν επιστρέφονται εγκαίρως επιβαρύνουν τη ρευστότητα των ενεργοβόρων επιχειρήσεων. Και αυτό σε μια περίοδο κατά την οποία το ενεργειακό κόστος παραμένει ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες πίεσης στην ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής και ιδιαίτερα της ελληνικής βιομηχανίας.
Την ίδια στιγμή, ενώ η κυβέρνηση θέτει ως στόχο την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, την προσέλκυση επενδύσεων και τη στήριξη της ενεργοβόρου παραγωγής, στην πράξη οι επιχειρήσεις εξακολουθούν να προκαταβάλλουν ένα κόστος για το οποίο δικαιούνται μειωμένη επιβάρυνση και να περιμένουν εκ των υστέρων την επιστροφή των χρημάτων.
Το πρόβλημα συνεχίζεται όσο η επιβάρυνση παραμένει στα 8,78 ευρώ/MWh, έναντι των 2,5 ευρώ/MWh που αντιστοιχούν, σύμφωνα με τη βιομηχανία, στο μειωμένο ΕΤΜΕΑΡ. Έτσι, οι επιχειρήσεις εξακολουθούν να πληρώνουν υψηλότερη χρέωση και στη συνέχεια να διεκδικούν τη διαφορά, αντί να επωφελούνται εξαρχής από το μειωμένο τέλος.
Τα ερωτήματα της βιομηχανίας παραμένουν επομένως συγκεκριμένα και ειδικότερα πότε θα εκδοθεί η Υπουργική Απόφαση, πότε θα κλείσουν οι εκκαθαρίσεις του 2022 και του 2023, πότε θα ξεκινήσει η διαδικασία για το 2024 και με ποιον τρόπο θα εφαρμοστεί ο νέος μηχανισμός από το 2027;






